Δύο χρόνια δίκη της Χρυσής Αυγής: Η φασιστική απειλή σήμερα

Ο 24χρονος σπουδαστής Αλέξης Λάζαρης μετά την επίθεση τάγματος εφόδου της Χρυσής Αυγής

(Κείμενο: Θανάσης Καμπαγιάννης, Σοσιαλισμός από τα Κάτω, Μάιος-Ιούνιος 2017)

Η δίκη της Χρυσής Αυγής μπήκε στον τρίτο χρόνο της. Οι αργοί ρυθμοί στην απόδοση της δικαιοσύνης δίνουν την ευκαιρία στην ηγεσία της Χρυσής Αυγής να προσποιείται ότι η υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης ανήκει πλέον στο παρελθόν. Παρόλες όμως τις αβάντες, ακόμα και από τις πιο απροσδόκητες πλευρές (όπως ήταν η περίπτωση των δηλώσεων Παρασκευόπουλου), το σχέδιο της “κανονικοποίησης” των νεοναζί στην πολιτική σκηνή δεν αποδίδει.

Αν και η διεθνής συγκυρία ευνοεί την άνοδο της ακροδεξιάς, η Χρυσή Αυγή αντιμετωπίζει τρία διαρκή και αλληλοτροφοδοτούμενα προβλήματα: α. την αντίφαση ανάμεσα στο “νόμιμο πολιτικό κόμμα” και τα ναζιστικά τάγματα εφόδου, β. την πολιτική και οργανωτική στασιμότητα μετά τον Σεπτέμβρη του 2013 και γ. τη συνεχιζόμενη δράση του αντιφασιστικού κινήματος. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών έδωσαν περίτρανα παραδείγματα για το κάθε ένα από αυτά τα τρία στοιχεία.

Η επίθεση στον Αλέξη Λάζαρη

Μια καθ’ όλα συμβολική ενέργεια μιας ολιγομελούς ομάδας αντιεξουσιαστών στα κεντρικά γραφεία της Χρυσής Αυγής στη Μεσογείων, στις 30 του Μάρτη, έδωσε την αφορμή για να αποκαλυφθεί στην ολότητά του το στρατηγικό αδιέξοδο της ναζιστικής οργάνωσης. Η Χρυσή Αυγή ντύθηκε, τις πρώτες ώρες μετά το συμβάν, τον γνώριμο μανδύα του “νόμιμου κόμματος” που υφίσταται επίθεση, απαιτώντας μάλιστα από τα υπόλοιπα κόμματα να την καταδικάσουν. Ωστόσο, ο αθεράπευτος ναζισμός της οργάνωσης δεν της επέτρεψε να τηρήσει για πολύ την ίδια στάση.

Η Χρυσή Αυγή δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να πείθει, τόσο τους ψηφοφόρους της όσο και το σκληρό πυρήνα της, ότι “ελέγχει το δρόμο”, ότι δηλαδή δεν εγκαταλείπει τη στρατηγική των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου, που άφησε πίσω της νεκρούς την περίοδο 2012-2013. Γι’ αυτό και δεν πέρασαν παρά ελάχιστες ώρες μέχρι την εκδήλωση της δολοφονικής επίθεσης – το μεσημέρι της ίδιας μέρας – σε βάρος του 24χρονου σπουδαστή Αλέξη Λάζαρη από τάγμα εφόδου, με ορμητήριο τα γραφεία της Μεσογείων.

Η αγριότητα της επίθεσης, όπως αποτυπώθηκε στο πρόσωπο του ανυποψίαστου σπουδαστή, ήταν ανάλογη της ταπείνωσης που βίωσε η ηγεσία της οργάνωσης, εξαιτίας του χτυπήματος στην “Κεντρική Διοίκηση” (δηλαδή την Κομαντατούρ). Το παρολίγο δολοφονικό χτύπημα υλοποιήθηκε από το αρχετυπικό τάγμα εφόδου: την Ασφάλεια της Κεντρικής Διοίκησης με επικεφαλής τον Ζέρβα, δεξί χέρι του Μιχαλολιάκου και μετακλητό υπάλληλό του στη Βουλή. Ο Καζαντζόγλου, ένας από τους κατηγορούμενους για τη δολοφονία Φύσσα, δούλευε ως “ασφάλεια” στη Μεσογείων υπό τον Ζέρβα. Και βέβαια ο ίδιος ο Ζέρβας είχε επικοινωνία με τον Πατέλη και το τάγμα εφόδου της Νίκαιας.

Αυτό που δεν υπολόγισαν οι νεοναζί ήταν ο πραγματικός συσχετισμός δύναμης που έχει διαμορφωθεί στην κοινωνία μετά τη δολοφονία Φύσσα: οι αυτόπτες μάρτυρες δεν φοβήθηκαν να αποκαλύψουν το όνομα του δράστη. Η οικογένεια του Αλέξη Λάζαρη κατήγγειλε θαρρετά τη χρυσαυγίτικη κτηνωδία, βρίσκοντας τη μαζική συμπαράσταση του αντιφασιστικού κινήματος, μαζί και της οικογένειας Φύσσα. Και, υπό το βάρος της κατακραυγής, οι δικαστικές αρχές προφυλάκισαν τον Ζέρβα. Μια υποτιθέμενη επίδειξη δύναμης από τα τάγματα εφόδου κατέληξε σε τραγέλαφο, με τον Μιχαλολιάκο να τρέχει να απολύσει το δεξί του χέρι, στα πλαίσια της “καταδίκης της βίας από όπου κι αν προέρχεται”…

Η κατάσταση της Χρυσής Αυγής και το αντιφασιστικό κίνημα

Η αντίφαση αυτή ανάμεσα στο “πολιτικό κόμμα” και τα ναζιστικά τάγματα εφόδου εκφράζεται και στις απέλπιδες προσπάθειες της ηγεσίας να επανδρώσει τα ψηφοδέλτια της οργάνωσης με πρόσωπα που θα ενισχύσουν τη “νόμιμη” βιτρίνα. Όμως, η πολιτική και οργανωτική κατάσταση της Χρυσής Αυγής ειναι αποδυναμωμένη.[1] Οι δημοσκοπικές προβλέψεις για ποσοστό 7% είναι φουσκωμένες με μπόλικες αναγωγές. Και έτσι, τα παζάρια με φερέλπιδες ακροδεξιούς που διεκδικούν βουλευτικά έδρανα, με αντάλλαγμα μια μικροποσότητα πολιτικής νομιμοποίησης για τη συμμορία του Μιχαλολιάκου, καταλήγουν σε δυσαρεστα ατυχήματα.

Αυτή ήταν η περίπτωση του Κουκούτση στη Μεσσηνία. Η αναβάθμιση ενός πρώην στελέχους του ΛΑΟΣ, του Σαρατσιώτη (με θητεία στη μνημονιακή κυβέρνηση Παπαδήμου) στην τοπική οργάνωση της Καλαμάτας, προκάλεσε τη σύγκρουση με τον Κουκούτση και την αποχώρησή του από την κοινοβουλευτική ομάδα. Η Χρυσή Αυγή έχασε έτσι τη θέση του τρίτου κοινοβουλευτικού κόμματος. Και βέβαια, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ανάλογες συγκρούσεις σε άλλες περιφέρειες στις οποίες ο Μιχαλολιάκος θα επιχειρήσει να παραχωρήσει βουλευτικά έδρανα σε νέες μεταγραφές: ήδη, για παράδειγμα, οι πληροφορίες για υποψηφιότητα του πρώην διοικητή της Αστυνομίας στην Εύβοια Λάμπρου Χουλιάρα έχουν προκαλέσει τις αντιδράσεις του Μίχου. Το ρεζερβουάρ βαθυκρατικών στελεχών της άκρας δεξιάς που επιθυμούν καρέκλες, έστω και με ναζιστική φανέλα, είναι ανεξάντλητο. Προσκρούει όμως στο παλιό δυναμικό της Χρυσής Αυγής, που πειθαρχεί όλο και λιγότερο στα ζιγκ-ζαγκ του “Αρχηγού” όπως έδειξε η περίπτωση Κουκούτση.

Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν θα συνέβαινε αν η διαρκής δράση του αντιφασιστικού κινήματος δεν έβαζε εμπόδια στην ανάπτυξη και την κανονικοποίηση της Χρυσής Αυγής. Αυτό ειναι το τρίτο και σημαντικότερο στοιχείο, από αυτά στα οποία αναφερθήκαμε στην αρχή αυτού του άρθρου. Ίσως το πιο τρανταχτό παράδειγμα μιας τέτοιας δράσης έρχεται από τους εργαζόμενους της ΕΡΤ. Η προβολή των εκδηλώσεων της ναζιστικής οργάνωσης από τη δημόσια τηλεόραση ξεσήκωσε δικαιολογημένα θύελλα αντιδράσεων. Η κυβέρνηση, η διοίκηση της ΕΡΤ και το ΕΣΡ πετούσαν το μπαλάκι ο ένας στον άλλον. Μέχρι που τελικά η ΠΟΣΠΕΡΤ ανακοίνωσε ότι οι εργαζόμενοι θα απεργούν κάθε φορά που θα προβάλλεται η Χρυσή Αυγή. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα της δύναμης που έχει η εργατική τάξη να επιβάλει τις δικές της λύσεις, όχι μόνο σε οικονομικά ή συνδικαλιστικά ζητήματα αλλά σε κάθε πεδίο της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής.

Ανάλογη είναι η εικόνα στις προσπάθειες της Χρυσής Αυγής να ανοιχτεί πολιτικά στις γειτονιές. Στην Πάτρα, ο δήμαρχος του ΚΚΕ Κώστας Πελετίδης τσάκισε, με τη συμπαράσταση ενός ευρύτατου λαϊκού κινήματος, την προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να τον καταδικάσει όσον αφορά την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για απομόνωση των νεοναζί. Οι συνέπειες ήταν άμεσες: σε λίγες μέρες ο δήμος Λάρισας έβγαλε ομόφωνη απόφαση ότι ο Κασιδιάρης ειναι ανεπιθύμητος στην πόλη. Από τη Θράκη μέχρι την Κρήτη, σε κάθε απόπειρα ανοίγματος γραφείων, μαζικές αντιφασιστικές κινητοποιήσεις έστειλαν το μήνυμα ότι οι νεοναζί ειναι ανεπιθύμητοι.

Ο κίνδυνος της επανανομιμοποίησης

Δυστυχώς όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η φασιστική απειλή είναι ανενεργή. Η Χρυσή Αυγή εξακολουθεί να διαθέτει τον μηχανισμό και τους υλικούς πόρους που την καθιστούν επικίνδυνη. Και το σημαντικότερο: το κυρίαρχο πολιτικό και οικονομικό σύστημα δεν χάνει ευκαιρίες να νομιμοποιεί την ύπαρξή της, είτε απευθείας είτε μέσω πολιτικών που την εκτρέφουν.

Ιδιαίτερες είναι εδώ οι ευθύνες της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Οι σχέσεις της Χρυσής Αυγής με την κυβέρνηση Σαμαρά και τα παζάρια με τον Μπαλτάκο ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της δυνατότητας των ναζί να εγκληματούν ατιμώρητοι την περίοδο 2012-2013. Ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυριζόταν αρχικά ότι, σκίζοντας τα Μνημόνια, θα αφαιρούσε το έδαφος κάτω από τα πόδια του φασιστικού ρεύματος. Η μνημονιακή συνθηκολόγηση έστειλε στα αζήτητα αυτή τη ρητορική. Ακόμα όμως και στο επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης με τους φασίστες, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε απογοητευτική.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν προέβη ποτέ σε οποιαδήποτε κάθαρση του κρατικού μηχανισμού από τους χρυσαυγίτικους θύλακες. Προσφατα ανακοινώθηκε η σκανδαλώδης απαλλαγή του Διοικητή του Τμήματος Ασφάλειας του Αγίου Παντελεήμονα που συνεργαζόταν με τη χρυσαυγίτισσα Σκορδέλη, την ίδια στιγμή που ξεφωνημένοι συνεργάτες της ναζιστικής συμμορίας εξακολουθούν να υπηρετούν στην ΕΛΑΣ. Στις Ένοπλες Δυνάμεις, οι απόστρατοι αξιωματικοί έχουν γίνει οι καλύτεροι αιμοδότες των ψηφοδελτίων των νεοναζί, όταν στη σχετική έρευνα που είχε διαταχθεί μετά τη δολοφονία Φύσσα είχε “αποδειχτεί” ότι δεν υπήρχε δήθεν ούτε ένα κρούσμα ναζιστικής διείσδυσης. Πρόσφατα η Χρυσή Αυγή οργάνωσε εκδήλωση με ομιλητές έναν αντιστράτηγο στρατοδίκη (τον Μακρόπουλο) και έναν αντεισαγγελέα εφετών (τον Δαδινόπουλο), χωρίς την παραμικρή αντίδραση από την κυβέρνηση. Ο Καμμένος ήταν την ίδια ώρα απασχολημένος να κυνηγάει φαντάρους δεύτερης γενιάς που κάνανε το σήμα του αλβανικού αετού.

Μ’ αυτή την πολιτική, δεν είναι τυχαία η στάση της κυβέρνησης απέναντι στην εξελισσόμενη δίκη. Η γραμμή “αφήστε απερίσπαστη τη δικαιοσύνη να κάνει το έργο της” σήμανε την επί μακρόν απόκρουση όλων των αιτημάτων της πολιτικής αγωγής και των θυμάτων για τη μεταφορά της δίκης στο Εφετείο, την αποκλειστική απασχόληση των δικαστών, τις τεχνικές διευκολύνσεις, κοκ. Χρειάστηκαν επίμονες κινητοποιήσεις για να υπάρξει παρέμβαση του Τσίπρα, που έλυσε μέσα σε μια μέρα το – υποτίθεται δισεπίλυτο – ζήτημα της αίθουσας. Κι όμως, σήμερα, η δικαστική ιεραρχία αντιστρέφει εκ νέου την απόφαση μεταφοράς της δίκης στο Εφετείο, ορίζοντας όλο και περισσότερες δικασίμους στον Κορυδαλλό. Όταν επιδεικνύεται τέτοια ανοχή απέναντι σε ναζιστές υπόδικους βαρύτατων κακουργηματικών πράξεων, δεν αργεί να έρθει και η θεωρητικοποίηση: η Χρυσή Αυγή μπορεί να “εκδημοκρατιστεί” σε ένα ακροδεξιό κόμμα τύπου Λεπέν, αν οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις δεχτούν να την εντάξουν στο πολιτικό παιχνίδι.

Δύο είναι σήμερα τα πεδία που μπορούν να επιτρέψουν στη Χρυσή Αυγή να ξεπλυθεί και να σπάσει την πολιτική απομόνωση που έχει σημάνει ο χαρακτηρισμός της ως εγκληματικής οργάνωσης. Το ένα είναι το προσφυγικό/μεταναστευτικό. Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας μετατρέπει την ακροδεξιά ρητορική και πρακτική απώθησης των προσφύγων σε επίσημη κρατική πολιτική, χωρίς προσχήματα. Τα στρατόπεδα και οι απελάσεις στρώνουν το έδαφος στη Χρυσή Αυγή, που σε πρώτη φάση επιχειρεί να παρέμβει πίσω από τη μάσκα των “αγανακτισμένων κατοίκων”, είτε στα νησιά είτε στην ενδοχώρα. Η απόπειρα του τάγματος του Λαγού στο Πέραμα να μην επιτραπεί η εκπαίδευση των προσφυγόπουλων απαντήθηκε από το εργατικό και το αντιφασιστικό κίνημα. Όμως αυτή θα είναι μια διαρκής μάχη: το ρατσιστικό δηλητήριο είναι ο καλύτερος τρόπος για να ξαναπλώσει τα πλοκάμια της η Χρυσή Αυγή στις λαϊκές γειτονιές, όπως το έχουμε δει και στο παρελθόν.

Το δεύτερο πεδίο είναι τα “εθνικά θέματα”. Όσο περισσότερο ο Κοτζιάς και ο Καμμένος παίζουν το εθνικιστικό χαρτί, είτε στην Κύπρο είτε στο Αιγαίο είτε στη Θράκη, τόσο περισσότερο χώρο αποκτά η Χρυσή Αυγή για να υποδυθεί τους “αγανακτισμένους πατριώτες”. Στην Κύπρο, το παρακλάδι της Χρυσης Αυγής, το ΕΛΑΜ, προβόκαρε τις δικοινοτικές διαπραγματεύσεις, με την ανοιχτή ανοχή του ΔΗΣΥ του Αναστασιάδη και των απορριπτικών κομμάτων. Στη Θράκη, οι φασίστες επιχειρούν να εμφανιστούν ως το πιο “ακτιβίστικο” κομμάτι των εθνικά “ανησυχούντων”. Η παρέμβαση του αντιφασιστικού κινήματος, ιδιαίτερα όπως εκδηλώθηκε με τη μαζική συγκέντρωση στην Ξάνθη, είναι ζωτικής σημασίας για να μην επιτραπεί στους νεοναζί να επιτύχουν το στόχο τους, που δεν είναι άλλος από ένα ανοιχτό πογκρόμ κατά της μειονότητας. Οι ισλαμοφοβικές κραυγές, με την απαραίτητη αντι-τρομοκρατία, είναι βούτυρο στο ψωμί των φασιστών: γι’ αυτό και πρέπει να απαντηθούν καθαρά από το αντιφασιστικό κίνημα και την Αριστερά χωρίς “ναι μεν αλλά”.

Ο ρόλος της δίκης

Κομμάτι των μαχών του κινήματος και εργαλείο για την περαιτερω απονομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής είναι η δίκη της εγκληματικής οργάνωσης. Ο όγκος της δουλειάς που έχει ήδη φέρει σε πέρας το δικαστήριο είναι τεράστιος.[2] Μπαίνουμε πλέον στο τελευταίο κομμάτι των μαρτύρων κατηγορίας για την καθ’ αυτό εγκληματική οργάνωση που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, θα ολοκληρωθεί στις αρχές του φθινοπώρου. Θα ακολουθήσουν τα αναγνωστέα έγγραφα, όπου το δικαστήριο θα αποκτήσει εικόνα όλου του ανακριτικού υλικού (βίντεο, ηχητικά, κλήσεις, φωτογραφίες, εκθέσεις, κλπ). Και αυτή η διαδικασία θα είναι ογκώδης, αλλά απαραίτητη για την απόδειξη του ιεραρχικού και οργανωμένου χαρακτήρα των επιθέσεων. Τέλος τους πρώτους μήνες του 2018, θα εξεταστούν κατά βάση οι μάρτυρες υπεράσπισης της Χρυσής Αυγής. Στη φάση αυτή πλέον, η δίκη θα πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της: στις απολογίες των κατηγορουμένων, τις αγορεύσεις και την οριστική απόφαση.

Το να κατορθώσει το αντιφασιστικό κίνημα να συντηρήσει μια διαρκή παρουσία στη δίκη είναι μια σημαντική πρόκληση για την επόμενη χρονιά. Η δημοσιότητα είναι κρίσιμη απέναντι στη μεθόδευση της Χρυσής Αυγής να εξαφανίσει τη δίκη από την κοινή γνώμη. Στο τέλος της διαδικασίας, τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και η κρατική εξουσία θα κληθούν να ανοίξουν τα χαρτιά τους. Για την ηγεσία της Χρυσής Αυγής, θα φτάσει η δύσκολη στιγμή να διαλέξει ποιούς θα καλύψει και ποιούς θα εγκαταλείψει. Για τη δικαστική – και ευρύτερα την κρατική – εξουσια, το ερωτημα θα είναι αμείλικτο και θα αφορά όχι τις επιμέρους εγκληματικές πράξεις αλλά το ζήτημα της κρίσης της Χρυσής Αυγής ως “εγκληματικής οργάνωσης”: επανανομιμοποίηση ή καταδίκη; Το 2018 εγκυμονεί έτσι μια δυνάμει εκρηκτική πολιτική κρίση.

Όμως, το πώς θα φτάσουμε μέχρις εκεί θα εξαρτηθεί από τις μάχες τις εβδομάδες και τους μήνες που έρχονται. Με την ορμή των κινητοποιήσεων της φετινής 18 Μάρτη και με συσσωρευμένη πλέον εμπειρία, έχουμε την αισιοδοξία ότι το αντιφασιστικό και το αντιρατσιστικό κίνημα θα ανταποκριθεί στις προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά του.

Σημειώσεις

1. Για περισσότερα, βλ.: JailGoldenDawn, Η πολιτική και οργανωτική κατάσταση της Χρυσής Αυγής σήμερα, 6/1/2017, wp.me/p4S9O7-2mz.

2. Για τα μέχρι τώρα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, βλ.: JailGoldenDawn, Δύο χρόνια δίκη της Χρυσής Αυγής – βίντεο και κείμενα απολογισμού, 20/4/2017, wp.me/p4S9O7-2HG.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *