Τρία χρόνια από τη δολοφονία Φύσσα: Η φασιστική απειλή σήμερα

fyssas_2_xroniaΚερατσίνι 18 Σεπτέμβρη 2015.

(Κείμενο: Θανάσης Καμπαγιάννης, Σοσιαλισμός από τα Κάτω, τχ 108, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2016)

Πώς αντιμετωπίζουμε την άνοδο της ακροδεξιάς διεθνώς; Ο Θανάσης Καμπαγιάννης εξηγεί τη σημασία της δίκης της Χρυσής Αυγής και των κινητοποιήσεων κατά της ισλαμοφοβίας.

Βρισκόμαστε σήμερα στον όγδοο χρόνο της καπιταλιστικής κρίσης που εκδηλώθηκε το 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers στις ΗΠΑ και τον κλονισμό του τραπεζικού συστήματος παγκόσμια.

Παρότι οι ρυθμοί της κρίσης υπήρξαν διαφορετικοί στα διάφορα σημεία του πλανήτη, όλες οι εθνικές οικονομίες έχουν υποστεί τις συνέπειές της. Ως επακόλουθο της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών δημοσιονομικής λιτότητας που οι άρχουσες τάξεις επέλεξαν να ακολουθήσουν, τα πολιτικά συστήματα των χωρών της Δύσης είναι σήμερα πιο αδυνατισμένα από οποτεδήποτε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Ευρώπης: κρίση και των δύο κομμάτων εξουσίας (Τόρυδων και Εργατικών) στη Μεγάλη Βρετανία μετά το brexit, ακυβερνησία επί έναν χρόνο στην Ισπανία, καταβύθιση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε Ελλάδα και Ιρλανδία, πολιτική κατάρρευση του Ολάντ στη Γαλλία σε συνθήκες καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και μαζικών κινητοποιήσεων, πολιτική αβεβαιότητα στην ίδια τη Γερμανία ενόψει εκλογών το 2017.

Τι συμβαίνει όμως με την άκρα δεξιά; Πόσο σοβαρή είναι σήμερα η φασιστική απειλή, σε μια περίοδο παρατεταμένης οικονομικής και πολιτικής κρίσης; Ο δημοσιογραφικός κοινός τόπος είναι ότι η οικονομική κρίση σημαίνει αυτόματα την άνοδο της άκρας δεξιάς. Πίσω από αυτή την κοινοτοπία δεν πρέπει να διακρίνουμε μονάχα μια απλούστευση ή έστω έναν οικονομικό ντετερμινισμό. Τα κυρίαρχα πολιτικά συστήματα, ιδίως της Ευρώπης, είναι χτισμένα πάνω στη δικομματική εναλλαγή κομμάτων, κεντροαριστερών και κεντροδεξιών, που δέχονται με θρησκευτική ευλάβεια τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς και το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα πολιτικά αυτά συστήματα και τα κυρίαρχα ΜΜΕ τους, προσπαθούν να αξιοποιήσουν προς όφελός τους την ανάδυση της ακροδεξιάς. Αν ο αντίπαλος είναι η Λεπέν, ο Φάρατζ και ο Μιχαλολιάκος, τοτε σίγουρα τα κατεστημένα κόμματα και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι “το μικρότερο κακό” (με αυτή την επιχειρηματολογία ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς στη Μεγάλη Βρετανία έφτασε να ψηφίζει υπέρ της ΕΕ στο δημοψήφισμα). Αυτή η συλλογιστική εξηγεί γιατί κάθε άνοδος ενός ακροδεξιού κόμματος αποτελεί πρώτη είδηση στα ευρωπαϊκά ΜΜΕ, ενώ αντίθετα η εκλογική ενίσχυση κομμάτων στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας παρουσιάζεται ως εθνική ιδιαιτερότητα ή μεταδίδεται στο “παρεμπιπτόντως”, αν δεν συγχέεται κιόλας με την άνοδο της άκρας δεξιάς στα πλαίσια ενός κοινού “λαϊκιστικού φαινομένου”.

Παρόλα αυτά, η ανάγκη να εκτιμήσουμε με ακρίβεια το μέγεθος και την εξέλιξη της φασιστικής απειλής παραμένει. Τα χρόνια της κρίσης ξαναείδαμε στην Ευρώπη κάτι που θεωρητικά ανήκε στο παρελθόν: φασιστικές δολοφονίες, όχι κατά μεταναστών αλλά κατά ντόπιων “πολιτικών αντιπάλων” της άκρας δεξιάς. Θυμίζουμε ενδεικτικά τη δολοφονία της βουλευτίνας του Εργατικού Κόμματος Jo Cox στις 16/6/2016, το μακελειό του Μπρέιβικ στην Ουτόγια της Νορβηγίας στις 22/7/2011 με θύματα 69 μέλη της νεολαίας του Εργατικού Κόμματος και βέβαια τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής στο Κερατσίνι στις 17-18/9/2013 που υπήρξε η αιτία για την έναρξη της ποινικής δίωξης σε βάρος ηγετικών στελεχών και μελών της Χρυσής Αυγής για διεύθυνση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση.

Η Ευρώπη έχει στην ιστορία της γνωρίσει έναν παροξυσμό φασιστικής βίας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, που κορυφώθηκε με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Φυσικά, η φασιστική βία είναι κατά πολύ χαμηλότερη σήμερα σε σχέση με τον Μεσοπόλεμο. Αυτό όμως που κάνει την επανεμφάνισή της τόσο επικίνδυνη είναι η παράλληλη εκλογική και οργανωτική ενίσχυση ενός ακροδεξιού ρεύματος σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η τυπολογία της άκρας δεξιάς

Συνήθως η περιγραφή της άκρας δεξιάς στην Ευρώπη ακολουθεί την εξής τυπολογία: έχουμε, κατά πρώτον, τις καθαρά νεοναζιστικές οργανώσεις και κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα ή το Jobbik στην Ουγγαρία, με ανοιχτά ρατσιστικό λόγο, φασιστικές αναφορές στον Μεσοπόλεμο και προσπάθεια οικοδόμησης παραστρατιωτικού βραχίονα. Δεύτερον, έχουμε τα κόμματα της ευρωφασιστικής άκρας δεξιάς, με σημαντικότερα το Front National της οικογένειας Λεπέν στη Γαλλία και το Κόμμα Ελευθερίας (FPO) στην Αυστρία. Και τρίτον, έχουμε τα νεότερα ευρωσκεπτικιστικά και ξενοφοβικά κόμματα της άκρας δεξιάς, όπως το UKIP στην Αγγλία και το AfD στη Γερμανία. Δίπλα σε αυτές τις οργανώσεις και τα κόμματα, έχουμε τέλος και τα αντι-ισλαμικά κινήματα δρόμου όπως το EDL (English Defense League) στην Αγγλία και το Pegida στη Γερμανία.

akra_dexiaΑυτή η κατηγοριοποίηση ειναι σημαντική, ειδικά όταν συζητάμε ζητήματα τακτικής στην πάλη ενάντια στην άκρα δεξιά. Είναι προφανές ότι η δολοφονική δράση των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα θέτει διαφορετικά πρακτικά καθήκοντα για το αντιφασιστικό κίνημα απ’ ό,τι η ξενοφοβική ρητορική του UKIP στην Αγγλία. Τα ρατσιστικά, ξενοφοβικά κόμματα τύπου UKIP και AfD είναι διαφορετικά από τις φασιστικές οργανώσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει οποιονδήποτε εφησυχασμό απέναντι στον κίνδυνο που αυτά θέτουν. Η εμφάνισή τους και η ρατσιστική ρητορική τους αφενός λειτουργεί ως μηχανισμός ρυμούλκυσης όλου του πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά, αφετέρου προσφέρει νομιμοποίηση στις πιο βίαιες εκδοχές φασιστικών οργανώσεων, είτε αυτές δρουν μέσα από τις γραμμές τέτοιων κομμάτων είτε έξω και δίπλα από αυτά.

Η ιδιαιτερότητα των φασιστικών οργανώσεων έγκειται στη φιλοδοξία τους να χτίσουν μαζικό αντιδραστικό κίνημα στο δρόμο, επανδρωμένο κυρίως από τα κατεστραμμένα μικροαστικά στρώματα που αφήνει πίσω της η κρίση. Απ’ αυτή την άποψη, το UKIP ή το AfD δεν είναι ίδια με φασιστικές οργανώσεις όπως το – υπό διάλυση τώρα – BNP (British National Party) στην Αγγλία ή το NPD στη Γερμανία. Λειτουργούν όμως ως θερμοκήπια για τη διάχυση του ρατσιστικού δηλητήριου και βέβαια υπόκεινται στις πιέσεις από δεξιά και αριστερά τους: η εκδήλωση ενός ρατσιστικού κινήματος (όπως είδαμε με το Pegida στη Γερμανία) μπορεί να τα φασιστικοποιήσει, όπως αντίθετα η δράση ενός μαζικού αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος μπορεί να τα συρρικνώσει.

Διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα ακροδεξιά κόμματα εκδηλώνονται ακόμα ανάλογα με τη γενικότερη ιδεολογική και πολιτική τους πορεία. Για παράδειγμα, τα ακροδεξιά κόμματα της Βόρειας Ευρώπης τείνουν να εξαλείψουν κάθε αναφορά σε αντισημιτισμό, ομοφοβία, κλπ, σε αντίθεση με τα πιο “παραδοσιακά” φασιστικά κόμματα του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης. Διαφοροποιήσεις υπάρχουν ακόμα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, πχ την αντιμετώπιση της Ρωσίας του Πούτιν: μπορεί η Λεπέν και ο Φάρατζ να αναστατώνουν τις Βρυξέλλες με τις κατά καιρούς φιλορωσικές τους δηλώσεις. Αν είσαι όμως φασίστας στο Κίεβο, οι σχέσεις με τον ρωσικό εθνικισμό μόνο εμπόλεμες μπορούν να είναι.[1]

Έχοντας ωστόσο κάνει αυτές τις απαραίτητες διαφοροποιήσεις, είναι ανάγκη να μην τεμαχίσουμε το ενιαίο πολιτικό ρεύμα που η άκρα δεξιά συγκροτεί: η άνοδος της άκρας δεξιάς στην Ευρώπη αποτελεί μια ενιαία διαδικασία. Και πάλι εδώ έχουμε να αντιπαρατεθούμε με έναν δημοσιογραφικό κοινό τόπο που θέλει τα ακροδεξιά κόμματα να κινούνται με τον καιρό προς το κέντρο, να λειαίνουν τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της ρητορικής και της πρακτικής τους και να καθίστανται τελικά “ακίνδυνα”. Εδώ θέλει να είμαστε πιο προσεκτικοί: μπορεί η βασική στρατηγική των κομμάτων της άκρας δεξιάς να είναι η αναζήτηση νομιμοποίησης με την αποποίηση του φασιστικού παρελθόντος, αλλά αυτό δεν ακυρώνει την επικινδυνότητά τους.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το ότι η κίνηση “προς το κέντρο” δεν είναι μονόδρομος είναι η πολιτική πορεία του AfD στη Γερμανία. Στην περίπτωση αυτή, έχουμε να κάνουμε με ένα κόμμα που γεννήθηκε το 2012-2013 ως το “αντι-ευρώ” κόμμα των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων που αντιδρούσαν στα προγράμματα διάσωσης του ευρωπαϊκού Νότου. Κι όμως η μετέπειτα εξέλιξη του κόμματος ήταν προς τα δεξιά: κρίσιμο ρόλο έπαιξαν τόσο οι εσωκομματικές συγκρούσεις (με κομμάτι της παλιάς ηγεσίας του AfD να πετιέται έξω από το κόμμα, του οποίου την ηγεσία ανέλαβε πλέον η Φράουκε Πέτρι) όσο κυρίως οι ξενοφοβικές αντι-ισλαμικές διαδηλώσεις του Pegida πριν ακόμα το μεγάλο προσφυγικό κύμα του 2015. Κάτω από την επιρροή αυτών των εξελίξεων το AfD του 2016 δεν είναι πλέον το “αντι-ευρώ” κόμμα του 2013, αλλά ένα αντι-προσφυγικό ξενοφοβικό κόμμα, που προσφέρει κρίσιμο πολιτικό χώρο για την επανασυσπείρωση της πολυπλόκαμης γερμανικής φασιστικής ακροδεξιάς. Είναι μια διαδικασία που φυσικά δεν είναι ολοκληρωμένη (και δίνει διαρκώς αφορμές για σκληρές εσωκομματικές συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες πτέρυγες), αλλά είναι πολύ σημαντική και δυνάμει επικίνδυνη για να την αγνοήσουμε.[2]

Ανάλογες παρατηρήσεις μπορούμε να κάνουμε για άλλα ακροδεξιά κόμματα. Το αυστριακό FPO με ηγέτη τον Στράχε κατόρθωσε να σπάσει το “υγειονομικό κορδόνι” που υπήρχε γύρω του την εποχή του Χάιντερ (έχει κατορθώσει να συγκυβερνά ως μειοψηφών εταίρος στο κρατίδιο του Μπούργκενλαντ με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα!), την ίδια στιγμή που μετά τη διάσπαση τού 2005 βασίστηκε στα πιο εθνικιστικά του στελέχη.[3] Το γαλλικό Front National υπό την Μαρίν Λεπέν έχει πάρει αποστάσεις από το αντισημιτικό και φασιστικό παρελθόν του Ζαν Μαρί Λεπέν. Όμως, η εγγονή του Λεπέν (και ανιψιά της Μαρίν) Μαριόν εκπροσωπεί μια νέα στελεχιακή γενιά επανασύνδεσης με τον “ριζοσπαστισμό” του παππού της, μέσω συνεργασίας με φασιστικές οργανώσεις εκτός του FN (όπως οι Identitaires).[4]

Η προσέγγιση της εξουσίας από τα κόμματα της άκρας δεξιάς, σε συνθήκες όξυνσης της κρίσης, δεν θα έχει ως συνέπεια το “σοβάρεμά” τους, όπως θέλει ο κυρίαρχος λόγος. Αντίθετα, εγκυμονεί κίνδυνος να βρουν γήπεδο οι ανοιχτά φασιστικές τάσεις. Μέσα από διαφορετικούς δρόμους, η ελληνική περιπτωση επιβεβαιώνει αυτή την παρατήρηση: η απόδοση κυβερνητικού ρόλου στο ΛΑΟΣ οδήγησε στην εκλογική ανάδυση της Χρυσής Αυγής. Όσοι θέλουν να παίξουν το παιγνίδι της θεσμικής “εξημέρωσης” της άκρας δεξιάς, παίζουν με τη φωτιά.

Δίκη ΧΑ: μια μάχη με διεθνή αντίκτυπο

Αν ισχύει αυτή η περιγραφή της συνδυασμένης και ανισόμερης ανάπτυξης της ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς, τότε το ιστορικό προηγούμενο του Μεσοπολέμου μάς είναι χρήσιμο. Κι αυτό γιατί, αντίθετα με τις συγκρίσεις των σημερινών ακροδεξιών κομμάτων με το αρχετυπικό NSDAP (το Γερμανικό Ναζιστικό Κόμμα του Χίτλερ) που συνήθως καταλήγουν στην καθησυχαστική διαπίστωση ότι τα πράγματα σήμερα είναι διαφορετικά, οι οργανώσεις της ριζοσπαστικής δεξιάς στον Μεσοπόλεμο είχαν και τότε πολλαπλές μορφές και ταχύτητες: από τον ιταλικό φασισμό, τον συντηρητικό κληρικαλισμό και τα αγροτικά αντιδραστικά κινήματα μέχρι τις φιλομοναρχικές κινήσεις, τις αυταρχικές οργανώσεις των ακροδεξιών φαντάρων και τον εθνικοσοσιαλισμό του Χίτλερ. Το “μοντέλο” που γνωρίζουμε σήμερα ως κυρίαρχο κρίθηκε στην πορεία του Μεσοπολέμου και, βέβαια, κόστισε τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος.

Η Χρυσή Αυγή προσέφερε το 2012, με την μετεωρική άνοδό της στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, ένα τέτοιο μοντέλο για την άκρα δεξιά, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και παγκόσμια. Ήταν η πρώτη φορά που ένα φασιστικό κόμμα κατόρθωσε να σπάσει την πολιτική απομόνωση, όχι λειαίνοντας τον ρατσιστικό λόγο του και κρύβοντας την βίαιη πρακτική του, αλλά αναδεικνύοντάς τα. Ειδικά τον μήνα ανάμεσα στις 6 Μάη και τις 17 Ιούνη του 2012, η Χρυσή Αυγή μετέτρεψε ένα όργιο οργανωμένης βίας σε προεκλογική εκστρατεία. Στο επίπεδο του “συμβολισμού”, αυτή ήταν η απολύτως οργανωμένη επίθεση του Κασιδιάρη στη βουλευτίνα του ΚΚΕ Κανέλλη σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση. Στο επίπεδο του δρόμου, κομβική υπήρξε η επίθεση στους Αιγύπτιους ψαράδες στο σπίτι τους στο Πέραμα, στις 12 Ιούνη 2012, λίγες ώρες μετά την προαναγγελία της επίθεσης από τον Λαγό. Η εκλογική επιτυχία που ακολούθησε ήταν το προανάκρουσμα της επερχόμενης κλιμάκωσης της βίας των ταγμάτων εφόδου.

Αυτός είναι και ο λόγος που η εξέλιξη της δίκης της Χρυσής Αυγής είναι σήμερα τόσο σημαντική για το αντιφασιστικό κίνημα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς. Αυτό που κρίνεται στη συγκεκριμένη μάχη δεν είναι μόνο η τύχη των ηγετών της Χρυσής Αυγής – το αν θα περάσουν τα επόμενα χρόνια της ζωής τους στη φυλακή – αλλά η τύχη του πιο ακραίου πολιτικού σχεδίου για την άκρα δεξιά διεθνώς, ο συνδυασμός της βίαιης δράσης ταγμάτων εφόδου με την κοινοβουλευτική ενίσχυση και την επιδίωξη της πολιτικής εξουσίας. Γι’ αυτό και, παρόλες τις διακριτές αποστάσεις που τα περισσότερα ακροδεξιά κόμματα κράτησαν απέναντι στους υπόδικους ηγέτες της Χρυσής Αυγής (με εξαιρέσεις τον Udo Voigt του γερμανικού NPD ή τον Νικ Γκρίφιν του British National Party), τα μάτια όλων είναι στραμμένα στην δικαστική απόφαση που θα εκδόσει το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας.

Είναι ακόμα νωρίς για να εικάσουμε το αποτέλεσμα της δίκης της Χρυσής Αυγής (έστω και αν, όπως έχουμε γράψει σ’ αυτό το περιοδικό,[5] το ελληνικό αστικό κράτος έχει το know-how από προγενέστερες δίκες φασιστών και παρακρατικών). Η εκδίκαση της δολοφονίας Φύσσα, που ολοκληρώνεται στις αρχές Σεπτέμβρη, απέδειξε πάντως περίτρανα τα περιγραφόμενα στο κατηγορητήριο: η δολοφονία δεν ήταν κάποια “μονομαχία” Φύσσα-Ρουπακιά όπως ισχυριζόταν η Χρυσή Αυγή, αλλά αποτέλεσμα οργανωμένης επίθεσης τάγματος εφόδου που συγκροτήθηκε στα γραφεία της Νίκαιας (κατά τη μαρτυρία της ίδιας της αδελφής του Ρουπακιά) και χτύπησε μεθοδικά έξω από την καφετέρια Κοράλλι στο Κερατσίνι: αυτή πλέον είναι η περιγραφή στην οποία συμφωνούν όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες, είτε είναι αστυνομικοί, είτε φίλοι του Παύλου Φύσσα, είτε περαστικοί πολίτες.[6] Στη διάρκεια του Σεπτέμβρη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση μαρτύρων για τις άλλες δύο συνεκδικαζόμενες επιθέσεις, την απόπειρα ανθρωποκτονίας του Αμπουζίντ Εμπάρακ (υπόθεση Αιγύπτιων αλιεργατών) και την απόπειρα ανθρωποκτονιών των μελών του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ (επίθεση που έλαβε χώρα λίγες μέρες πριν τη δολοφονία Φύσσα).

Η μάχη για την καταδίκη των νεοναζί είναι ακόμα στην αρχή της. Παρόλες τις αντικειμενικές δυσκολίες, μπορούμε να προβλέψουμε ότι η ακροαματική διαδικασία, με την παρέμβαση της πολιτικής αγωγής, θα εξασφαλίσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την πανηγυρική καταδίκη των κατηγορουμένων. Όμως, η κατάληξη αυτή θα κριθεί τελικά από τον κοινωνικο-πολιτικό συσχετισμό και την διαρκή πίεση πάνω στο κράτος, απο πλευράς αντιφασιστικού κινήματος, τόσο μέσα στη δικαστική αίθουσα όσο και στο δρόμο, να σπάσει την προκλητική ασυλία που επί δεκαετίες απολάμβαναν οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής.

Η ισλαμοφοβία, πολιορκητικός κριός του φασισμού

Η κλιμάκωση της αντιφασιστικής πάλης με στόχο την απονομιμοποίηση των φασιστών είναι βασικό καθήκον του κινήματος και της Αριστεράς στη σημερινή συγκυρία. Όμως το αντιφασιστικό κίνημα, εκτός του να συγκρουστεί με το πολιτικό υποκείμενο της άκρας δεξιάς, πρέπει ταυτόχρονα να συγκρουστεί με τις πολιτικές που τη νομιμοποιούν. Το μέτωπο του ισλαμοφοβικού ρατσισμού αναδεικνύεται εδώ σε κεντρική μάχη για την Αριστερά.

Πρέπει να είμαστε καθαροί ότι η ισλαμοφοβία είναι σήμερα κεντρική επιλογή των κυβερνήσεων και των κομμάτων (κεντροδεξιών ή κεντροαριστερών) της Ευρώπης, και όχι κάποια καμπάνια της άκρας δεξιάς στην οποία οι κυβερνήσεις υποχωρούν. Η ισλαμοφοβία εξυπηρετεί τις ανάγκες των κρατών για εθνική ενότητα στο εσωτερικό (απέναντι στον ασύμμετρο εχθρό της “ισλαμικής τρομοκρατίας”) και για διαρκή πόλεμο στο εξωτερικό (από τη Λιβύη και την Αφρική μέχρι τη Συρία και τη Μεση Ανατολή, τα κράτη της ΕΕ είναι βαθιά βουτηγμένα στις πολεμικές εξορμήσεις). Την ίδια στιγμή, η ισλαμοφοβία είναι μια ψηφοθηρική στρατηγική των πολιτικών ηγετών που βλέπουν το εκλογικό σώμα να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από το “κέντρο” και υποδύονται ότι ακούνε τα “παράπονα του κόσμου”, στην πιο αντιδραστική βέβαια βάση. Αντί να χτυπήσει τη φτώχεια, το πολιτικό σύστημα κατηγορεί τους φτωχότερους για να αποπροσανατολίσει τους φτωχούς: αυτή είναι σήμερα η πολιτική υπεραξία της ισλαμοφοβίας.

Η συζήτηση αυτή αναμένεται να πάρει φωτιά, κι αυτό γιατί η επόμενη χρονιά περιλαμβάνει τις κρισιμότερες εκλογικές μάχες. Άμεσα, τον Οκτώβρη, επίκεινται οι επαναληπτικές προεδρικές εκλογές στην Αυστρία (όπου το κράτος έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία στον υποψήφιο του FPO Νόρμπερτ Χόφερ να διεκδικήσει την Προεδρία), το ρατσιστικό δημοψήφισμα του Όρμπαν ενάντια στους πρόσφυγες στην Ουγγαρία και το συνταγματικό δημοψήφισμα του Ρέντσι στην Ιταλία. Και λίγο πιο πέρα, είναι προγραμματισμένες οι κρίσιμες προεδρικές εκλογές στην Γαλλία τον Απρίλη του 2017 (με επιστροφή του Σαρκοζί και απειλητική την υποψηφιότητα Λεπέν) και οι ομοσπονδιακές εκλογές στη Γερμανία τον Σεπτέμβρη του 2017. Με δεδομένο αυτό, οι ρατσιστικές απαγορεύσεις στις μουσουλμάνες να φοράνε το “μπουρκίνι” στη Γαλλία και η πρωτοβουλία απαγόρευσης της μπούρκας και του νικάμπ από τον Υπουργό Εσωτερικών της Γερμανίας (με τη στήριξη της δεξιάς του CSU) είναι μόνο η προθέρμανση τού τι έχουμε να δούμε και να ακούσουμε την επόμενη χρονιά.

Η Αριστερά και το αντιφασιστικό κίνημα πρέπει να σηκώσουν το γάντι ενάντια στον ισλαμοφοβικό ρατσισμό, χωρίς “ναι μεν αλλά”. Η ισλαμοφοβία χτυπάει τους φτωχότερους πληθυσμούς της Ευρώπης, στοχοποιεί τους πρόσφυγες που τρέχουν να γλιτώσουν από τις εμπόλεμες ζώνες, νομιμοποιεί την τρομολαγνεία και την κατάλυση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών στη Δύση, λειτουργεί ως το εισιτήριο για τα κόμματα της άκρας δεξιάς προς το κεντρικό πολιτικό σκηνικό και την πολιτική εξουσία.

Η πάλη ενάντια στον ρατσισμό και την ισλαμοφοβία πάει χέρι χέρι με το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και τους μετανάστες που φτάνουν στην Ευρώπη, τις περισσότερες φορές από τα πεδία των μαχών που έχει προκαλέσει ο ίδιος ο ιμπεριαλισμός. Δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθούν τα κύματα των προσφύγων, ειδικά από τη Συρία όπου οι μάχες στο Χαλέπι και οι βομβαρδισμοί μεγάλων και μικρών υπερδυνάμεων δημιουργούν νέους ξεριζωμένους. Είναι πάντοτε πιθανό, ειδικά αν η Τουρκία πάψει να παίζει τον ρόλο του συνοριοφύλακα της ΕΕ δυνάμει της γνωστής συμφωνίας, ότι νέα προσφυγικά κύματα θα φτάσουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Τα αιτήματα για ανοιχτά σύνορα, και ταυτόχρονα για ανοιχτές πόλεις στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, θα χρειαστεί να μετουσιωθούν σε υλικές πρωτοβουλίες, όπως έχουμε ήδη δει να συμβαίνει τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Σήμερα γίνεται περισσότερο κατανοητό αυτό για το οποίο όσες και όσοι συγκροτήσαμε την “Κίνηση Ενωμένοι Ενάντια στο Ρατσισμό και τη Φασιστική Απειλή” (ΚΕΕΡΦΑ) το 2009 επιχειρηματολογούσαμε από το ξεκίνημα της κρίσης: ότι δηλαδή μια περίοδος καπιταλιστικής κρίσης δεν σημαίνει μόνο οικονομικά μέτωπα για την εργατική τάξη και τα δικαιώματά της στη δουλειά, στις κοινωνικές παροχές, στην ασφάλιση, κλπ, αλλά σημαίνει και πολιτικές μάχες, ειδικά απέναντι στις πρωτοβουλίες της άρχουσας τάξης να διασπάσει τους από κάτω και να τσακίσει την αντίστασή τους, αξιοποιώντας ακόμα και φασιστικά κόμματα. Η δημιουργία της ΚΕΕΡΦΑ πατούσε όχι μόνο στην κατανόηση ότι αυτές οι πολιτικές μάχες πρέπει να δοθούν (μια επιλογή που το 2009 δεν φάνταζε αυτονόητη σε πολλά κομμάτια της Αριστεράς), αλλά περαιτέρω στην ανάγκη να συνδυαστεί η μάχη ενάντια στη φασιστική απειλή με τη μάχη ενάντια στον ρατσισμό.

Είναι ανάγκη να προσέξουμε εδώ την ξεχωριστή σημασία της καθεμιάς από τις δύο πλευρές: μια αντιφασιστική πρωτοβουλία ξεκομμένη από τον αντιρατσισμό δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τη βασική παράμετρο που νομιμοποιεί και ενδυναμώνει την φασιστική απειλή, δηλαδή τον ρατσισμό σε βάρος των μεταναστών και των μειονοτήτων. Από την άλλη, μια αντιρατσιστική πρωτοβουλία χωρίς ξεχωριστή έμφαση και αυτοτελή δράση στο αντιφασιστικό πεδίο δεν θα ήταν αρκετή για να αντιμετωπίσει την κρίσιμη ποιοτική αλλαγή που αποτελεί η εμφάνιση και ανάπτυξη ενός φασιστικού κόμματος με τη δική του πολιτική στρατηγική. Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων απέδειξε ότι η συνδυασμένη δράση και στα δύο μέτωπα είναι το κλειδί για να μετρήσει η εργατική τάξη νίκες απέναντι στις πολιτικές πρωτοβουλίες της κυρίαρχης τάξης.

Η διεθνής συνάντηση της ΚΕΕΡΦΑ στις 15-16 Οκτώβρη στην Αθήνα μπορεί να συμβάλλει τόσο στο δυνάμωμα και τη γενίκευση των πρωτοβουλιών αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, όσο και στην ανάληψη κοινών δράσεων για το αντιρατσιστικό και το αντιφασιστικό κίνημα διεθνώς. Το τριήμερο κινητοποιήσεων για την τρίτη επέτειο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα (17-19 Σεπτέμβρη) είναι η αρχή μιας κρίσιμης χρονιάς. Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα έχουν να δώσουν σε όλη την Ευρώπη τεράστιες μάχες απέναντι στη διαρκή λιτότητα που επιβάλλουν οι άρχουσες τάξεις, τα κράτη και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πάλη ενάντια στον ρατσισμό και τον φασισμό είναι ένα από τα κρισιμότερα μέτωπα αυτού του πολέμου.

Σημειώσεις

1. Οι διαφοροποιήσεις αυτές έχουν σταθεί αφορμή για διαιρέσεις στην ευρωκοινοβουλευτική εκπροσώπηση της άκρας δεξιάς, όπως έχουμε περιγράψει παλιότερα στο: “Η ευρωπαϊκή Μαύρη Διεθνής”, Σοσιαλισμός από τα κάτω, τχ. 102, Γενάρης-Φλεβάρης 2014.

2. Περισσότερα στο: Volkhard Mosler and Martin Haller, “Germany’s left faces new Nazis”, Socialist Review, April 2016.

3. Για μια αναδρομή, βλ.: Benjamin Opratko, “Austria’s New Right”, Jacobin, 12/1/2015, στο: https://www.jacobinmag.com/2015/12/austria-freedom-party-strache-fpo-nazi-right-wing/

4. Για τη Γαλλία μετά τη δολοφονία του αντιφασίστα Κλεμάν Μερίκ, βλ.: Sylvestre Jaffard, “FN: A warning from France”, Socialist Review, no. 213, November 2013.

5. Στο: “Φασιστικές δολοφονίες και κρατική εξουσία”, Σοσιαλισμός Από τα Κάτω, τχ. 115, Μάρτης-Απρίλης 2016.

6. Για τη δολοφονία Φύσσα, βλ.: “Δύο χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα”, Σοσιαλισμός από τα Κάτω, τχ. 112, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2015.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *