Η δίκη της Χρυσής Αυγής και οι ευθύνες των θεσμικών παραγόντων

ntafos(Κείμενο: Ειρήνη Λαζαρίδου, Αυγή, 4/6/2016)

Η Μάγδα Φύσσα κοιτάει το κενό. Εδώ και δυόμιση χρόνια φοράει πάντα μαύρα και κοιτάει το κενό. Τι σκέφτεται; Πως νιώθει; Πολλές φορές στρίβει νευρικά τα δάχτυλά της. Ψάχνει με το βλέμμα τον φονιά. Κι εκείνος ούτε που καταδέχεται πια να εμφανίζεται στο δικαστήριο. Ακόμα κι αυτή την ελάχιστη βάσανο, να έρχεται αντιμέτωπος με το οργισμένο βλέμμα της μάνας του Παύλου Φύσσα, την έχει γλιτώσει. Στο σπίτι του -όσο και να πεις- είναι πιο άνετα. Ανάβει κάνα τσιγάρο, βλέπει και πρωινάδικα στην τηλεόραση, αράζει στον καναπέ. Η Μάγδα Φύσσα όμως είναι εκεί. Είναι πάντα εκεί. Στη βρόμικη, ακατάλληλη και πολλές φορές απροσπέλαστη αίθουσα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, πίσω από τα βαριά σίδερα της Φυλακής Κορυδαλλού. Και θα είναι εκεί. Για να υπογραμμίζει με την παρουσία της το άδικο που δίκιο δεν γίνεται…

Όταν ξεκινούσε η δίκη της Χρυσής Αυγής, στις 20 Απριλίου 2015, οι πάντες έκαναν λόγο για μια δίκη ύψιστης πολιτικής, κοινωνικής και ιστορικής σημασίας. Δεν ήταν μόνο οι δολοφονίες, οι ξυλοδαρμοί, οι τραμπουκισμοί των ταγμάτων εφόδου, οι απίστευτης βιαιότητας επιθέσεις σε μετανάστες και αδύναμους ανθρώπους που θα δικάζονταν. Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ένα ελληνικό δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να εξετάσει τη μετατροπή ενός ναζιστικού σχήματος σε κοινοβουλευτικό κόμμα. Έναν ρατσιστικό, μισάνθρωπο, φασιστικό μηχανισμό, που σε εφαρμογή των καταστατικών του αρχών είχε μετατραπεί σε εγκληματική οργάνωση, τα νήματα της οποίας κινούσαν βουλευτές, σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα…

Πράγματι, επρόκειτο για μεγάλη πρόκληση. Μια πρόκληση που δεν έμεινε αναπάντητη από τους χρυσαυγίτες: “Να ξεκινήσει η δίκη άμεσα για να γελάσει ο κάθε πικραμένος” διατυμπάνιζαν θρασύτατα. Μόνο που η “θρασύτητα” ήταν απλώς καλυμμένη δειλία… Ούτε καν στην τήρηση των μαγνητοφωνημένων πρακτικών, διαδικασία που τηρείται ακόμα και στην απλούστερη υπόθεση διαζυγίου, δεν συναίνεσαν. Για ραδιοτηλεοπτική κάλυψη ούτε λόγος. Κι ας ούρλιαζαν ότι θα ήταν εκείνοι που θα απαιτούσαν (έτσι έλεγαν) να γίνει η δίκη υπό το άπλετο φως της δημοσιότητας. Προτίμησαν την προσφιλή τους τακτική. Να γίνουν τα πάντα “στο σκοτάδι”…

Οι αστειότητες της υπεράσπισης

Κι όταν η δίκη ξεκίνησε προ ημερών μετά από σχεδόν πέντε μήνες λόγω της αποχής των δικηγόρων, ο στόχος τους αναπροσδιορίστηκε και αυτός δεν ήταν άλλος από τον πλήρη ευτελισμό της Δικαιοσύνης. Οι υπερασπιστές των χρυσαυγιτών έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να μπλοκάρουν περαιτέρω τη διαδικασία είτε χρησιμοποιώντας ως όπλο τον… συνδικαλισμό, είτε αρνούμενοι να δεχτούν τους διορισμούς από την έδρα σε κατηγορούμενους που δεν είχαν δικηγόρο. Φτάσανε ακόμα και στο σημείο αν πουν ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι, που μετά από μήνες εδέησαν να χορηγήσουν άδειες στα μέλη τους για να συνεχιστεί η δίκη, πιθανώς να… εξαπατήθηκαν και κατηγόρησαν τους συναδέλφους τους της πολιτικής αγωγής ότι δεν τους ενημέρωσαν για τις άδειες, παρά το γεγονός ότι η δικάσιμος της 20ής Μαΐου διακόπηκε ακριβώς για να ενημερωθούν άπαντες οι συνήγοροι…

Χρησιμοποίησαν κι άλλα μέσα να παρακωλύσουν τη δίκη. Προκειμένου να αρνηθούν τους διορισμούς που όρισε η πρόεδρος Μαρία Λεπενιώτου, επικαλέστηκαν σχεδόν τα πάντα: φόρτο εργασίας, συνειδησιακούς λόγους, ακόμα και σύγκρουση συμφερόντων. Με άλλα λόγια, είπαν οι υπερασπιστές των βουλευτών ότι τα συμφέροντα των πελατών τους έρχονται σε αντίθεση με την υπερασπιστική γραμμή των κατηγορούμενων που ήταν στις πρώτες γραμμές των ταγμάτων εφόδου!

“Μπαλάκι” η δίκη ανάμεσα σε Εφετείο και υπουργείο Δικαιοσύνης

Η στάση της υπεράσπισης της Χρυσής Αυγής ήταν πάντως αναμενόμενη. Στο κάτω – κάτω, αφού ο ίδιος ο νόμος παρέχει εργαλεία, τότε κι αυτοί έχουν το δικαίωμα να τα χρησιμοποιούν. Κανόνες δικαίου που ισχύουν για όλους λέγεται αυτό. Ακόμα κι όταν δικάζεται το ειδεχθέστερο των εγκλημάτων.

Εκείνο όμως που έχει προκαλέσει αλγεινή εντύπωση είναι η απροθυμία των θεσμικών παραγόντων να δώσουν λύσεις στα πρακτικά προβλήματα της δίκης, οδηγώντας ακόμα και τους πλέον καλόπιστους σε σκέψεις περί αρνησιδικίας.

Τρεις φορές το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει υποσχεθεί ότι θα μεταφερθεί η δίκη προκειμένου να διευκολυνθούν όλοι οι παράγοντες, είτε λέγονται δικαστές, είτε συνήγοροι, είτε ακόμα και μάρτυρες. Κι αν το τελευταίο μοιάζει ήσσονος σημασίας, αρκεί να αναφέρουμε ότι πολλοί μάρτυρες είναι ταλαιπωρημένοι μετανάστες. Όσο και να πεις, αλλιώς θα προσεγγίσουν μια πολιτική αίθουσα στο κέντρο της Αθήνας κι αλλιώς θα διαβούν το κατώφλι των φυλακών για να καταθέσουν. Κι ενώ όλοι ήλπιζαν να μεταφερθεί η δίκη στον φυσικό της χώρο, δηλαδή στο Εφετείο Αθήνας, όπου δόθηκαν μάλιστα και χιλιάδες ευρώ για βελτιώσεις στον τομέα της ασφάλειας, η δίκη “γυρόφερνε” στο μιλητό από ένα γήπεδο (ολυμπιακές εγκαταστάσεις του beach volley) σ’ ένα στρατόπεδο (στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Ρουφ).

Μετά το “μπαλάκι” πετάχτηκε στο Εφετείο. Όπως δήλωσε ο υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος, η διοίκηση του Εφετείου Αθηνών ουδέποτε του διαβίβασε αίτημα σχετικά με τον ορισμό άλλης, πιο κατάλληλης αίθουσας για τη διεξαγωγή της δίκης. Αν όμως ο υπουργός δεν γνώριζε αυτό που γνωρίζουν οι πάντες κι έχει επανειλημμένα φροντίσει να το καταστήσει σαφές και η πρόεδρος του δικαστηρίου, τότε γιατί γίναν οι εργασίες στο Εφετείο και μάλιστα έναντι 70.000 ευρώ όπως λένε οι πληροφορίες; Και τα διαβήματα των δικηγόρων; Και οι εκκλήσεις του δικαστηρίου; Τίποτα δεν γνώριζε το υπουργείο;

Τα πρακτικά ζητήματα όμως δεν τελειώνουν εδώ. Μόλις πέντε δικάσιμους έχει ορίσει η διοίκηση του Εφετείου για τον Ιούνιο. Λιγότερες δηλαδή και από τις μισές που είχαν προσδιοριστεί μηνιαίως στην αρχή της δίκης με τους 68 κατηγορούμενους και τους 132 μάρτυρες, από τους οποίους μέχρι σήμερα, δεκατέσσερις μήνες μετά, έχουν καταθέσει μόνο οι δεκαέξι… Και οι δικαστές; Ποιος ευθύνεται που δεν έχουν ως αποκλειστική απασχόληση την επίμαχη δίκη και πασχίζουν να φέρουν σε πέρας ταυτόχρονα άλλες, άσχετες υποθέσεις; Η διοίκηση του Εφετείου οφείλει να απαντήσει.

“Πρόκειται για έναν ατέλειωτο εμπαιγμό” δήλωναν προχθές οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν. Εμπαιγμός που “κουμπώνει” με την απαξίωση, την αποστείρωση και την προσπάθεια αποπολιτικοποίησης αυτής της δίκης κι αυτό είναι κάτι που αφορά όλη την κοινωνία και όχι μόνο τα θύματα και τις οικογένειές τους.

Για τη μητέρα του Παύλου δεν τίθεται θέμα. Η Μάγδα Φύσσα θα εξακολουθεί να φοράει μαύρα για πάντα…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *