Δημήτρης Ψαρράς: Η Αριστερά και η δίκη της Χρυσής Αυγής (+video)

psarras_keerfa_2015[Το κείμενο αυτό είναι η εισήγηση του Δημήτρη Ψαρρά στη Διεθνή Συνάντηση που οργάνωσε η ΚΕΕΡΦΑ στις 10-11 Οκτώβρη 2015. Η απομαγνητοφώνηση δημοσιεύτηκε στην Εργατική Αλληλεγγύη, 27/10/2015. Στην ανάρτηση έχουμε ακόμα προσθέσει το βίντεο της παρέμβασης.]

“Ενα ερώτημα που επανέρχεται στις συζητήσεις του αντιφασιστικού κινήματος είναι το ποια είναι η σχέση μας με τη δίκη που επιτέλους έχει φτάσει στην εξέταση της ουσίας. Γνωρίζω ότι για όσους βρίσκονται στην αίθουσα αυτή δεν υπάρχει το δίλημμα αν αναμειγνυόμαστε ή όχι στη δίκη. Η απάντηση για όλους μας είναι σαφής. Χωρίς εμάς δεν θα υπήρχε η άσκηση δίωξης. Χωρίς εμάς δεν θα έφτανε η υπόθεση στο ακροατήριο. Και επιπλέον, χωρίς εμάς δεν μπορεί η δίκη να καταλήξει στην καταδίκη όχι μόνο των δραστών αλλά κυρίως της ηγετικής ομάδας της εγκληματικής οργάνωσης.

Όμως δίπλα σ’ αυτή τη σαφή τοποθέτηση εξακολουθούν να διακινούνται στο χώρο του αντιφασιστικού κινήματος και της Αριστεράς ισχυρές αμφιβολίες για τη σχέση μας με τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης και διατυπώνονται ποικίλες θεωρίες που καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: να κρατηθούμε μακριά από τη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Οι αμφιβολίες αυτές διατυπώνονται με διπλή μορφή:

• Από τη μια μεριά είναι η «αριστερή» τους εκδοχή. Σύμφωνα μ’ αυτήν, δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε από την αστική δικαιοσύνη να μας προστατέψει από τους ναζί. Το κίνημα, λένε κάποιοι, και μόνο το κίνημα μπορεί να σταματήσει τη δράση των νεοναζί.

• Η άλλη εκδοχή της αμφιβολίας παίρνει τη μορφή της υπεράσπισης των θεσμών. Είναι δηλαδή η «δεξιά» εκδοχή. Σύμφωνα μ’ αυτήν, δεν μας πέφτει κανένας λόγος για την υπόθεση, εφόσον έχει ήδη επιληφθεί η δικαιοσύνη. Κακώς, λένε μερικοί, διεκδικούμε εμείς ως «πολιτικό» αίτημα την καταδίκη της ηγεσίας των ναζί. Κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με παρέμβαση στη δικαιοσύνη.

Στο βάθος των θέσεων αυτών, τόσο στην «αριστερή» όσο και στη «δεξιά» τους παραλλαγή, συναντάμε ένα κοινό υπόστρωμα, σύμφωνα με το οποίο τελικά είναι εντελώς αντιπαραγωγική η δίωξη της οργάνωσης, από τη στιγμή που έχει πάρει τη μορφή πολιτικού κόμματος και έχει εξασφαλίσει σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις την υποστήριξη μιας σεβαστής μερίδας του εκλογικού σώματος.

Τη θέση αυτή διατύπωνε με περισσή αφέλεια και επιμονή η απελθούσα πρόεδρος της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Σε ραδιοφωνική της συνέντευξη καταφέρθηκε εναντίον μου για την κριτική που της έχω ασκήσει σχετικά με την αντιμετώπιση των βουλευτών της Χρυσής Αυγής, λέγοντας ότι εκείνη υπήρξε η πρώτη που ανέφερε, πριν από τις εκλογές του 2012 (συνέντευξη στην ΕΡΤ-Open 6/9/2015), ότι η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση, και ότι δεν έπρεπε να συμμετάσχει στις εκλογές διότι έχει τρόπους δράσης καταγεγραμμένους από τη δικαιοσύνη με εγκληματική διάσταση». Αλλά – συμπλήρωσε – «αυτά πριν η Χρυσή Αυγή καταστεί κοινοβουλευτικό κόμμα». Και έριξε το μπαλάκι στη δικαιοσύνη: «στη βουλή η Χρυσή Αυγή εισήλθε με ευθύνη της δικαιοσύνης, η οποία επί δεκαετίες επέτρεπε τη συμμετοχή της κατά παραβίαση του άρθρου 29 του Συντάγματος. Από τη στιγμή, όμως, που η Χρυσή Αυγή εισήλθε στη βουλή και προσέλαβε το χαρακτήρα του κοινοβουλευτικού κόμματος, υπήρχε υποχρέωση σε όσους σεβόμαστε τη δημοκρατία και τη δημοκρατική νομιμότητα να σεβαστούμε και τις αρχές της δημοκρατικής λειτουργίας».

Οι απόψεις αυτές – ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι δεν είναι προφάσεις εν αμαρτίαις, αλλά απλά προσκόλληση σε μια αδιέξοδη τυπολατρία – είναι βέβαια εντελώς λανθασμένες και πηγάζουν από μια απόλυτη άγνοια του τί πραγματικά είναι η Χρυσή Αυγή, για ποιο λόγο διαπράττει εγκλήματα, τί σημαίνει η βία γι’ αυτήν και πώς μπορεί κανείς να τη σταματήσει. Αυτές οι θεωρίες δεν κατανοούν το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή σκόπιμα ενδύθηκε τη μορφή κόμματος, ακριβώς για να προστατευθεί ο ηγετικός της πυρήνας από τις συνέπειες της εγκληματικής δράσης των μελών της.

Μασκάρεμα

Σημειώνω ότι ο Μιχαλολιάκος κατέθεσε δήλωση «κόμματος» με την επωνυμία «Λαϊκός Σύνδεσμος» στις 14/2/1983, 11 ολόκληρα χρόνια πριν από την πρώτη κάθοδο της οργάνωσης στις εκλογές. Και υπάρχουν πάμπολλα κείμενα του ίδιου του Αρχηγού που χρησιμοποιεί το επιχείρημα του «νόμιμου κόμματος» κάθε φορά που θέλει να αποστασιοποιηθεί από διωκόμενους συναγωνιστές του, ενώ με την ίδια ευκολία, όποτε χρειαστεί, αναστέλλει τη λειτουργία του (Απρίλιο του 1984, Δεκέμβριο του 2005) ή μετονομάζει την οργάνωση (όπως συνέβη με το μασκάρεμά της σε «Πατριωτική Συμμαχία» το 2004-2006). Προσθέτω εδώ ότι η αρχική δήλωση Μιχαλολιάκου το 1983 αναφερόταν σε «πολιτική κίνηση» με την επωνυμία Λαϊκός Σύνδεσμος και όχι πολιτικό κόμμα. Το ίδιο συνέβη και στη δήλωσή του το 1994, για την πρώτη κάθοδο στις Ευρωεκλογές, όπου αναφέρεται η «πολιτική κίνησις Χρυσή Αυγή – Λαϊκός Σύνδεσμος».

Διαθέτουμε σήμερα όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης αποτελεί στοιχείο της αντιμετώπισης της εγκληματικής δράσης του ναζισμού.

• Από τη στιγμή που ασκήθηκαν οι πρώτες διώξεις τον Σεπτέμβριο του 2013 λούφαξαν -με διαταγή βέβαια του Αρχηγού- τα Τάγματα Εφόδου. Μειώθηκαν θεαματικά και τα βραδινά κρούσματα ρατσιστικών επιθέσεων με άγνωστους δράστες, τις οποίες καταγράφει το Δίκτυο. Αυτή είναι βέβαια και μια έμμεση απόδειξη ότι αυτοί οι «άγνωστοι» δράστες ήταν στην πραγματικότητα εκείνοι που όλοι υποψιαζόμασταν.

• Η ίδια η οργάνωση μεταβλήθηκε σε «φάντασμα», αδύναμη να σταθεί σε οποιαδήποτε αντιπαράθεση. Και προκαλούν πλέον γέλια οι λεονταρισμοί των στελεχών της, όπως για παράδειγμα οι απειλές του Κασιδιάρη ότι αν δεν κληθούν στο προεκλογικό ντιμπέιτ θα αποκλείσουν την ΕΡΤ 1.000 χρυσαυγίτες και θα χρειαστεί να ψάχνουν στούντιο στο Καρπενήσι. Ως γνωστόν ούτε ένας χρυσαυγίτης δεν εμφανίστηκε να διαμαρτυρηθεί.

• Αν παρακολούθησε κανείς την ομιλία του Μιχαλολιάκου στη συζήτηση για τις προγραμματικές θέσεις της κυβέρνησης θα διαπίστωσε ότι υπήρξε λιγότερο ριζοσπάστης από τον κ. Θεοδωράκη και περισσότερο εποικοδομητικός προς τον πρωθυπουργό από τον κ. Καμμένο.

Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα των διώξεων. Αλλά επαναλαμβάνω ότι χωρίς την πανελλαδική έκρηξη του αντιφασιστικού κινήματος μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα δεν θα είχε γίνει.

Ως προς το επιχείρημα που επίσης ακούγεται και από φωνές της Αριστεράς, ότι δηλαδή η διατήρηση της εκλογικής απήχησης της Χρυσής Αυγής αποδεικνύει πως είναι αλυσιτελής η δίωξη, είναι κι αυτό ατυχές. Όχι μόνο επειδή κανείς δεν γνωρίζει πού θα έφταναν οι επιδόσεις της χωρίς τις διώξεις (ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη τις δημοσκοπήσεις του καλοκαιριού του 2013) αλλά κυρίως επειδή είναι άλλο ζήτημα η ύπαρξη ενός ακροδεξιού, ρατσιστικού, εθνικιστικού και αντισημιτικού πολιτικού σχηματισμού (όπως ήταν το ΛΑΟΣ ή όπως είναι ποικίλα μορφώματα σε όλη την Ευρώπη με πολύ μεγαλύτερες εκλογικές επιδόσεις) και άλλο ένα στρατιωτικά δομημένο μόρφωμα δομημένο πάνω στο πρότυπο των χιτλερικών Ταγμάτων Εφόδου, των SA, το οποίο ασκεί εγκληματική βία στις γειτονιές των μεγάλων πόλεων.

Πώς είναι δυνατόν μετά από όλα αυτά να ακούγονται από το χώρο της Αριστεράς φωνές αμφιβολίας για τη σκοπιμότητα των διώξεων ή ακόμα και για τη βασιμότητα του κατηγορητηρίου. Είναι στο όριο της αυτογελοιοποίησης, ειδικά μετά τις πρόσφατες εξελίξεις με τη δήλωση-ομολογία του Αρχηγού ότι αναλαμβάνει την «πολιτική ευθύνη» της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, αλλά και την αποκάλυψη του βίντεο με τον Πατέλη να εξηγεί το πώς λειτουργούν τα Τάγματα Εφόδου.

Ποιοι είναι λοιπόν εκείνοι που εξακολουθούν να αμφιβάλλουν; Πρώτα απ’ όλα είναι βέβαια κάποιοι που κινούνται από καθαρό πολιτικό-κομματικό «ρεαλισμό», εννοώ κυνισμό. Αυτοί αρκούνται στην παλιά συνταγή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που μέτραγε τα κουκιά της Ακροδεξιάς και ενίσχυε με κάθε τρόπο την παρουσία της, θεωρώντας ότι έτσι θα εξασφαλίσει την επικράτηση της Αριστεράς επί της Δεξιάς σε ένα παγιωμένο δικομματικό σύστημα. Είναι ο λόγος που ο Μιτεράν άνοιξε τη γαλλική δημόσια ραδιοτηλεόραση στον Λεπέν, προκειμένου να κόβει ψήφους από τον Ζισκάρ και τον Σιράκ.

Πληγές

Έτσι κι εδώ, όπως το ΠΑΣΟΚ καλόβλεπε τη φέτα που έκοβε από τη Νέα Δημοκρατία το ΛΑΟΣ, έτσι και σήμερα κάποιοι από την Αριστερά μετράνε τις πληγές της Νέας Δημοκρατίας από τη Χρυσή Αυγή και τρίβουν τα χέρια τους. Πρόκειται φυσικά για μια εντελώς κοντόφθαλμη πολιτική, την οποία εκμεταλλεύεται με ευκολία η Χρυσή Αυγή, εμφανιζόμενη ως εναλλακτική αντιμνημονιακή λύση, ενόψει των προβλημάτων προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ στην υλική πραγματικότητα των διαπραγματεύσεων.

Όσο για τους άλλους αριστερούς, που κινούνται από λιγότερο ευτελείς υπολογισμούς, είναι θύματα της παλιάς καλής θεωρίας του «μακριού χεριού του συστήματος». Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία, οι φασιστικές οργανώσεις είναι ενεργούμενα των κρατικών μηχανισμών, επομένως δεν έχει καμιά σημασία η αντιμετώπισή τους και πολύ περισσότερο η εξάρθρωσή τους, όσο παραμένουν στη θέση τους οι μηχανισμοί του αστικού κράτους. Πρόκειται βέβαια για μια πολιτική καρικατούρα, η οποία εμφανίζεται να απορρέει από την ορθή – ασφαλώς – διατύπωση του Χορκχάιμερ, ότι «όποιος δεν θέλει να μιλάει για τον καπιταλισμό, θα έπρεπε να σωπαίνει και για τον φασισμό». Αλλά ο Χορκχάιμερ δεν εννοεί βέβαια ότι καπιταλισμός και φασισμός ταυτίζονται. Μάλιστα στο ίδιο μικρό κειμενάκι ο Χορκχάιμερ εντοπίζει την αυτονομία ακόμα και του ίδιου του κράτους από την κυρίαρχη τάξη κατά την προναζιστική περίοδο.

Πώς εφαρμόζεται σήμερα αυτή η διαστρεβλωμένη – και σταλινικής προέλευσης – παραποίηση της μαρξιστικής θεωρίας; Μα με τη βεβαιότητα ότι τώρα που ήρθε στα χέρια της Αριστεράς ο κρατικός μηχανισμός αυτόματα θα μεταβληθεί από ημιφασιστικός σε υπερδημοκρατικό.

Κακά τα ψέματα. Η ανάρρηση της Αριστεράς στην κυβέρνηση δεν υπήρξε αποτέλεσμα της νίκης των αριστερών ιδεών και της συντριβής του νεοφιλελευθερισμού. Η μαζική απήχηση της Χρυσής Αυγής υπήρξε αποτέλεσμα ήττας της Αριστεράς και των ιδεών της. Και τυχόν απαλλαγή της ηγεσίας της ναζιστικής οργάνωσης από τα εγκλήματα που όλοι γνωρίζουμε ότι αυτή έχει διαπράξει, θα είναι μια χειρότερη ήττα πάλι της Αριστεράς.”

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *