Ενημέρωση για τη δίκη Λουκμάν – ημέρα 4η

(Κείμενο: Γιώργος Πίττας, Εργατική Αλληλεγγύη)

Ολοκληρώθηκε στις 31/1 με καταθέσεις μαρτύρων και η 4η μέρα της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης των νεοναζί δολοφόνων του Σαχζάτ Λουκμάν, Στεργιόπουλου-Λιακόπουλου. Από όλες τις καταθέσεις προέκυψε ξανά ότι η δολοφονία είχε σαφή ρατσιστικά κίνητρα και άμεση σύνδεση με την Χρυσή Αυγή.

Στο δικαστήριο κατέθεσαν ο Πέτρος Κωνσταντίνου, συντονιστής της ΚΕΕΡΦΑ και δημοτικός σύμβουλος με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο δήμο Αθήνας, η Βασιλική Κατριβάνου, βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ, ο Δημήτρης Χριστόπουλος, καθηγητής της Παντείου και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο Τζαβέντ Ασλάμ, πρόεδρος της Ενωσης Μεταναστών Εργατών και επικεφαλής της Πακιστανικής Κοινότητας, η Μαρία Κουβέλη, δημοτικός σύμβουλος και πρόεδρος του Συμβουλίου Ενταξης Μεταναστών του Δήμου Αθήνας.

Ο Πέτρος Κωνσταντίνου, κατέθεσε πως η ΕΛ.ΑΣ προσπάθησε να παρουσιάσει ένα βάρβαρο ρατσιστικό έγκλημα σαν αποτέλεσμα διαπληκτισμού για ασήμαντη αφορμή και θύμισε ότι αυτό δεν συμβαίνει για πρώτη φορά, καθώς και η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη χαρακτηρίστηκε τότε από την Αστυνομία ως “τροχαίο ατύχημα”.

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος κατέθεσε ότι το ρατσιστικό έγκλημα είναι ένα “δυνατό έγκλημα, ένα έγκλημα που θέλει να φωνάξει την ιδεολογία του δράστη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο δράστης δεν θέλει να κρυφτεί”. Τόνισε ότι όλα τα στοιχεία (στιλέτα, ρόπαλα, εφτά μαχαιριές, νέοι άντρες δράστες) της δολοφονίας του Σαχζάτ Λουκμάν ταιριάζουν απόλυτα στην τυπολογία ενός ρατσιστικού εγκλήματος.

“Δύο μόλις μέρες μετά τη δολοφονία του Λουκμάν, διόλου τυχαία άνοιξε το γραφείο της Αστυνομίας για την αντιμετώπιση ρατσιστικής βίας”. Κατέθεσε επίσης ότι όλοι οι διεθνείς οργανισμοί είχαν χαρακτηρίσει από την πρώτη στιγμή την δολοφονία του Λουκμάν ρατσιστικό έγκλημα.

Ασυδοσία

Η Βασιλική Κατριβάνου θύμισε ότι αρχικά και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα επιχειρήθηκε να αποδοθεί για διαπληκτισμό που αφορούσε το ποδόσφαιρο και ότι η δολοφονία του Λουκμάν καθώς και το γεγονός ότι οι δράστες ένιωθαν την άνεση να κυκλοφορούν και να σκοτώνουν ταιριάζει με την ασυδοσία με την οποία δρούσαν με την κάλυψη της ΕΛ.ΑΣ οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής όλη την περίοδο πριν από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Στη συνέχεια η εισαγγελέας ρώτησε την μάρτυρα αν ασχολείται με εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί από αλλοδαπούς εναντίον ελλήνων, παίρνοντας ανοιχτά το μέρος της υπεράσπισης των δραστών που νωρίτερα με ερωτήσεις είχε επιχειρήσει στην ουσία συμψηφισμό της ρατσιστικής δολοφονίας του Λουκμάν με το έγκλημα που έγινε στην Πάρο. Η Β. Κατριβάνου απάντησε ότι στο στόχαστρο των νεοναζί βρίσκονται μια σειρά από “ευπαθείς κοινωνικές ομάδες” και έλληνες πολίτες όπως οι Ρομά και οι ομοφυλόφιλοι.

Η Μαρία Κουβέλη, στην κατάθεσή της, μετέφερε την εικόνα του φόβου που υπήρχε ακόμα και μέσα στο ΣΕΜ του Δήμου Αθήνας λόγω των ρατσιστικών επιθέσεων και ότι είχε ακυρωθεί ακόμα και εκδήλωση γιατί υπήρχε φόβος κατά της σωματικής ακεραιότητας των μεταναστών. Επίσης ότι το ΣΕΜ είχε κάνει σύσταση στις κοινότητες και στα μέλη τους να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και ότι μετά την δολοφονία Λουκμάν υπήρξε ψήφισμα το δημοτικού συμβουλίου που ακολούθησε η συνάντηση του Δημάρχου Αθήνας με τους γονείς του Λουκμάν.

Η πρόεδρος του δικαστηρίου δεν επέτρεψε στην μάρτυρα να απαντήσει στην προφανή ερώτηση της πολιτικής αγωγής αν η αύξηση των ρατσιστικών επιθέσεων συνδέεται με την εκλογική αύξηση της Χρυσής Αυγής.

Ο Τζαβέντ Ασλάμ, εκπροσωπώντας την κοινότητα των 40.000 μεταναστών από το Πακιστάν είπε ξεκάθαρα ότι οι ρατσιστικές επιθέσεις άρχισαν από το 2009 και κορυφώθηκαν το 2012-13 ακολουθώντας την εκλογική πορεία της Χρυσής Αυγής, με σημείο καμπής για τον ίδιο -αλλά και όλους τους μάρτυρες- την επαύριο της δολοφονίας του Φύσσα που ακολούθησε μείωση του αριθμού των ρατσιστικών επιθέσεων. Τόνισε επίσης ότι μόνο στο 15% των εκατοντάδων ρατσιστικών επιθέσεων γινόντουσαν μηνύσεις γιατί η αστυνομία απέτρεπε με διάφορα μέσα τους μετανάστες να αναζητήσουν το δίκιο τους.

Παρά την έντονη αστυνομική παρουσία -πάνω από είκοσι αστυνομικοί μέσα στην αίθουσα, οι μισοί με κουκούλες που άφηναν να φανούν μόνο τα μάτια τους- η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν ξανά γεμάτη από συμπαραστάτες των γονιών του Λουκμάν που ήταν παρόντες στην αίθουσα.

Προκλητική ήταν η παρουσία των μασκοφορεμένων αστυνομικών των μεταγωγών, που αδιάκοπα χαϊδολογούσαν τα πιστόλια τους και τα γκλομπ που (εν είδει νίντζα τα είχαν περασμένα ακόμα και στην πλάτη τους) και ενίοτε προέβαιναν στα μουλωχτά σε σεξιστικές χειρονομίες. Ενας από αυτούς, μάλιστα, κάτω από την προστασία που του παρέχει η μάσκα, κάγχασε, όταν η Β. Κατριβάνου κατέθετε ότι το Μάη του 2011, μετά τη δολοφονία του Καντάρη, “από τις επιθέσεις δεν μπορούσε ούτε να περπατήσει αλλοδαπός στην Αθήνα”.

Η δίκη θα συνεχιστεί την Παρασκευή 14 Φλεβάρη.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *