Ενημέρωση για τη δίκη Λουκμάν – ημέρα 3η

(Κείμενο: Γιώργος Πίττας, Εργατική Αλληλεγγύη)

Σε πληθώρα αντιφάσεων υπέπεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης των νεοναζί δολοφόνων του Σαχζάτ Λουκμάν, την τρίτη μέρα εκδίκασης της υπόθεσης στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του Λιακόπουλου παρουσίασε τον αδελφό του σαν έναν «ήρεμο οδηγό» που αν κάποιος του έκλεινε το δρόμο απλά «θα του κόρναρε», μια εικόνα εντελώς αντίθετη από αυτή που θέλει το διπλό μαχαίρωμα να συνέβη εν θερμώ «δια ασήμαντη αφορμή».

Μετέφερε επίσης στο δικαστήριο πως ο δράστης του είπε ότι μαχαίρωσε τον Λουκμάν γιατί είδε ότι κάτι πήγε να βγάλει από το μπουφάν του. Ομως πάνω στο νεκρό δεν βρέθηκε τίποτε άλλο πέρα από το φυλαχτό της μάνας του και λίγα ευρώ.

Οσον αφορά στο οπλοστάσιο που βρέθηκε στο δωμάτιο του αδελφού του, λίγα μέτρα από το δικό του, είπε ότι δεν γνώριζε απολύτως τίποτα, την ίδια στιγμή που ο δράστης ισχυρίζεται ότι μάζευε τα στιλέτα, επειδή είναι «συλλέκτης μαχαιριών».

Iσχυρίστηκε, επίσης, ότι ο αδελφός του είχε πριν ενάμισι χρόνο πέσει θύμα ληστείας στο Θησείο. H “αρραβωνιαστικιά” του δράστη, σε σχετική ερώτηση είχε καταθέσει ότι ο Λιακόπουλος δεν της είχε ποτέ αναφέρει να έχει πέσει θύμα ληστείας.

Για τα 117 φυλλάδια, τα αυτοκόλλητα και τα υπόλοιπα υλικά της Χ.Α τα οποία βρέθηκαν στο δωμάτιο του αδελφού του, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι ο δράστης τα πήρε από χρυσαυγίτες που τα μοίραζαν, επειδή “φοβήθηκε” και μετά τα ξέχασε μέσα στο δωμάτιο επειδή είναι “ακατάστατος”.

Να κάνουμε εδώ μια παρένθεση για να θυμίσουμε ότι σύμφωνα με το επιτόπιο ρεπορτάζ του Γιάννη Κρητικού στο Εθνος, δύο μέρες μετά τη δολοφονία του Λουκμάν στην γειτονιά του Λιακόπουλου στη Νέα Σμύρνη:

«…ορισμένοι δεν έδειξαν να ξαφνιάζονται από την περιπέτειά του, καθώς ο ίδιος δεν έκρυβε τα ακραία ‘εθνικιστικά’ συναισθήματά του. Στο ερώτημα αν η σχέση του με τη Χρυσή Αυγή ήταν γνωστή μεταξύ των νέων στην περιοχή ή αν έδειχνε αυταρχική συμπεριφορά κατά των ξένων, νεαρή γειτόνισσα απάντησε λακωνικά: ‘Ναι, με τέτοια ασχολούνταν…’».

Η υπερασπιστική γραμμή του Στεργιόπουλου σαν στόχο έβαλε να αποδείξει -παρά το προφανές, ότι στο σπίτι του δεν βρέθηκαν εξαπτέρυγα αλλά λάμες μαχαιριών-,ότι είναι …«παιδί του κατηχητικού».

«Της εκκλησίας»

Η μητέρα του Στεργιόπουλου κατέθεσε ότι όλη η οικογένεια είναι «άνθρωποι» της εκκλησίας», ότι είχε δει το στιλέτο πεταλούδα γιατί ο γιος της το είχε πάνω στο τραπέζι όταν έτρωγε, ότι το ρόπαλο του μπέιζμπολ ήταν «διακοσμητικό» στο σαλόνι (και υπνοδωμάτιο του Στεργιόπουλου) και ότι η πινακίδα της μηχανής ήταν στην θέση της και όχι βγαλμένη, όπως βρέθηκε κατά τη σύλληψη.

Ένα πολύ σημαντικό σημείο της κατάθεσής της αφορά στην μαρτυρία ότι ο γιος της είχε πάντα μαζί του το κινητό του και ότι τη νύχτα της δολοφονίας τον πήρε αλλά δεν απάντησε – κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι η αστυνομία που συνέλαβε τους δράστες με τα ματωμένα στιλέτα στα χέρια, δεν κατάσχεσε ποτέ τα κινητά τους.

Στη συνέχεια, μια ηλικιωμένη γειτόνισσα του Στεργιόπουλου κατέθεσε άλλη μια σημαντική πληροφορία ότι ο 29χρονος ήθελε να φύγει από την πυροσβεστική γιατί «κουραζόταν πολύ» (προφανώς δεν ταίριαζε με τα ωράριά του να κυκλοφορεί καθημερινές τρεις τη νύχτα, και να επιτίθεται με στιλέτα σε μετανάστες). Είπε επίσης ότι, παρά τις συχνές επισκέψεις της στο σπίτι, ουδέποτε είχε προσέξει το «διακοσμητικό» ρόπαλο». Στις ερωτήσεις για το ποιόν του δράστη απάντησε: «Υστερα από αυτό που έγινε δεν μπορώ να πω ότι είναι καλό παιδί, αλλά οι γονείς του είναι καλοί άνθρωποι».

Ο επόμενος μάρτυρας του 29χρονου Στεργιόπουλου, πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ότι είχε να δει τον δράστη πάρα πολλά χρόνια, από την εποχή που πήγαινε σχολείο. Κατέθεσε πάντως ότι, εκπαιδευτικός ων στο Αιγάλεω, έχει γνώση για το ότι γίνονται ρατσιστικές επιθέσεις σε μετανάστες με στιλέτα-πεταλούδα.

Στη συνέχεια, τόνισε ότι ο χαρακτήρας του Στεργιόπουλου ήταν να “προσφέρει”, χρησιμοποιώντας το μάλλον ατυχές παράδειγμα της εργασίας του στην Πυροσβεστική -που μόλις είχε καταρρίψει η προηγούμενη μάρτυρας- αλλά και το γεγονός ότι ο Στεργιόπουλος είχε υπηρετήσει στον στρατό σαν πεζοναύτης. Του είχε πει, μάλιστα, τότε: «Ετσι θα πρέπει να κάνει στρατό, κάποιος που θέλει να προσφέρει στην πατρίδα του»…

Συνεχίζεται η κάταθεση του Πέτρου Κωνσταντίνου

Μαζική ήταν η παρουσία του αντιφασιστικού κινήματος στα δικαστήρια Αλεξάνδρας και Λουκάρεως την Παρασκευή 17 Γενάρη. Φοιτητές, μέλη της ΚΕΕΡΦΑ και άλλων αντιρατσιστικών οργανώσεων, τοπικών συλλογικοτήτων από τα Πετράλωνα, όπως το στέκι Αντίπνοια, μέλη πολιτικών οργανώσεων όπως της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του ΣΕΚ, του ΕΕΚ έδωσαν το ‘παρών’ και την τρίτη μέρα εκδίκασης της υπόθεσης της δολοφονίας του Σαχζάτ Λουκμάν.

Στα δικαστήρια βρέθηκαν επίσης σαν μάρτυρες κατηγορίας: ο Δημήτρης Χριστόπουλος, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η Βασιλική Κατριβάνου, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, η Μαρία Κουβέλη, πρόεδρος του Συμβουλίου Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Αθήνας και δημοτική σύμβουλος, ο Παναγιώτης Δημητράς, Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο Τζαβέντ Ασλάμ, επικεφαλής της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδος, ο Πέτρος Κωνσταντίνου.

Οσοι βρέθηκαν μέσα στο δικαστήριο στις 17 Γενάρη, κάποιες στιγμές, είχαν την εντύπωση ότι αυτοί που είχαν να απολογηθούν δεν ήταν οι δύο κατ’ ομολογία δολοφόνοι, αλλά το αντιφασιστικό κίνημα.

Πριν ακόμα κάνει την οποιαδήποτε ερώτηση στον μάρτυρα (δημοτικό σύμβουλο Αθήνας, μέλος του Συμβουλίου Ενταξης Μεταναστών του Δήμου, και Συντονιστή της ΚΕΕΡΦΑ) Πέτρο Κωνσταντίνου, η εισαγγελέας με έντονο ύφος, του απηύθυνε την ερώτηση (με αφορμή την άμεση ανακοίνωση της ΚΕΕΡΦΑ τη μέρα της δολοφονίας Λουκμάν), γιατί και με ποια αρμοδιότητα σπεύδει η ΚΕΕΡΦΑ να βγάζει ανακοινώσεις ενώ θα έπρεπε να περιμένει τις έρευνες της αστυνομίας και των δικαστηρίων.

Ο μάρτυρας απάντησε (παρά το ότι σχεδόν οι μισές ερωτήσεις των συνηγόρων απαγορεύτηκαν από την έδρα διότι “δεν ενδιέφεραν” το δικαστήριο) λέγοντας ότι σε ένα σύνολο εκατοντάδων ρατσιστικών επιθέσεων που έχουν καταγραφεί από μια σειρά φορέων – εγχώριων και διεθνών, θεσμικών και μη θεσμικών – ελάχιστες είναι αυτές που κατάφεραν να φτάσουν στα ελληνικά δικαστήρια. Και μόνο μια – αυτή του εμπρησμού και των επιθέσεων του τάγματος εφόδου της Πλατείας Αμερικής – κατέληξε πρόσφατα σε καταδίκη για ρατσιστικό έγκλημα.

Παρόλα αυτά, το δικαστήριο απαγόρευσε σαν άσχετο με την υπόθεση το ερώτημα της πολιτικής αγωγής που αφορούσε το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η δολοφονία Λουκμάν αποτέλεσε το έναυσμα για να τεθεί, έστω και τυπικά σε λειτουργία από τον ίδιο τον υπουργό ΠΡΟΠΟ Δένδια η υπηρεσία της αστυνομίας για τα ρατσιστικά εγκλήματα.

Με τη λήξη του διαλείμματος, την ανάδειξη των ρατσιστικών κινήτρων της επίθεσης (όπως αυτά προέκυπταν όλη τη μέρα μέσα από την ακροαματική διαδικασία), προσπάθησαν να υποβαθμίσουν οι συνήγοροι υπεράσπισης των νεοναζί, με ένα σόου “συμβολικής αποχώρησης” από το δικαστήριο, αξιοποιώντας σαν αφορμή τους προπηλακισμούς που έγιναν εναντίον των δραστών έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου στο διάλειμμα. Το δικαστήριο αποφάσισε να ζητήσει, στη συνέχιση της δίκης στις 31 Γενάρη να υπάρξουν πιο αυστηρά αστυνομικά μέτρα αλλά και να περιοριστεί ο αριθμός των ανθρώπων που βρίσκονται μέσα στην αίθουσα.

Οι προκλήσεις από την πλευρά των κατηγορουμένων, όπως του Στεργιόπουλου, που σε ανύποπτο χρόνο την πρώτη μέρα της δίκης βγαίνοντας από τα δικαστήρια απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους και συμπαραστάτες των γονιών του Λουκμάν φώναξε “θα πάρετε τα αρχίδια μου” δεν πρέπει να αποτελέσουν αφορμή ώστε να παρουσιάζονται οι θύτες σαν “θύματα”.

Στις 31 Γενάρη, το αντιρατσιστικό κίνημα και το αντιφασιστικό κίνημα θα πρέπει για ακόμα μια φορά να δώσει μαζική παρουσία, μέσα και έξω από το δικαστήριο, απαιτώντας, στο πλάι των γονιών του Λουκμάν, (την αξιοπρεπή στάση τους εξήρε η εισαγγελέας), την καταδίκη των νεοναζί δολοφόνων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *