Σούκραν Μπίμπι

mhtera

Η οικογένεια του Σαχζάτ Λουκμάν ζει σε ένα ορεινό χωριό στο Πακιστάν. Η μητέρα του, η Σούκραν Μπίμπι, έζησε μια φτωχική ζωή. Την πάντρεψαν μικρή. Έκανε δέκα παιδιά, δύο αγόρια και οκτώ κορίτσια. Η ζωή της μοιράστηκε στο σπίτι και στο χωράφι. Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Πολλά παιδιά φύγανε από το χωριό, μακριά από τη φτώχεια και τις φασαρίες, και πήγανε στη δύση. Για να πιάσουν δουλειά, να βοηθήσουν τις οικογένειές τους, να στείλουν πίσω λεφτά. Ο μικρός της, ο Σαχζάτ, έφυγε κι αυτός. Τη μέρα που έφυγε, ήταν 21 χρόνων. “Για λίγο”, είπε. Τη φίλησε και της υποσχέθηκε ότι θα ξανάρθει.

Πίσω, στο χωριό, λίγα άλλαξαν. Η ζωή συνέχισε να είναι φτωχική, έστω και με τα λιγοστά χρήματα, “τα είκοσι ευρώ” που έλεγε και ο Σαχζάτ, που έφταναν πίσω στο σπίτι, μαζί με κανένα γράμμα. Οι καιροί συνέχισαν να είναι δύσκολοι. Η ζωή της Σούκραν Μπίμπι συνέχισε να μοιράζεται ανάμεσα στο σπίτι και το χωράφι. Τα χέρια της σκλήρυναν από τις δουλειές, το πρόσωπό της έσπασε. Τα δάκρυα της τρέχανε κάθε φορά που κοιτούσε τη φωτογραφία που της είχε στείλει ο γιος της από τη χώρα που ήτανε και που η Σούκραν δεν την είχε ξανακούσει.

Μια μέρα, ήρθε ο μεγάλος της γιος και της έφερε τα νέα. Πάει ο Σαχζάτ, τον σκότωσαν. Πήγαινε στο παζάρι για δουλειά, πούλαγε φρούτα, για να βγάλει το ψωμί του. Γι’ αυτά τα είκοσι ευρώ που έστελνε πίσω. Και δύο άντρες τού στήσανε καρτέρι και τον μαχαίρωσαν. Από κείνη τη χειμωνιάτικη μέρα, η Σούκραν δεν σταμάτησε να κλαίει. Γράμματα δεν ήξερε. Αλλά και πάλι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κάνανε κακό στο παιδί της. Ρώτησε αν είχε κάνει αυτός κακό. Ή αν τον κλέψανε. Αλλά τίποτα από αυτά δεν είχε γίνει. Και η Σούκραν δεν καταλάβαινε. Δεν κάνουν έτσι οι άνθρωποι. Γράμματα βέβαια δεν ήξερε. Αλλά δεν καταλάβαινε πώς αφήνουν να κάνουν τέτοια πράματα. Μόνο κατηγορούσε τον εαυτό της που δεν τον κράτησε όταν έφευγε από το σπίτι. Δεν άξιζε ολόκληρη ζωή. Δεν άξιζαν τα είκοσι ευρώ. Κάθε φορά που τον σκεφτόταν, αισθανόταν πεθαμένη. Τον ένιωθε να σπαρταράει από τις μαχαιριές. Και ήταν σαν να μαχαίρωναν την ίδια.

Τώρα έμαθε τα νέα, από αυτή τη χώρα που δεν την είχε ξανακούσει, ότι θα γίνει δικαστήριο, θα δικάσουν λέει τους φονιάδες του γιου της. Δεν σκότωσαν μόνο το δικό της το παιδί, σκοτώσαν κι άλλα παιδιά. Πονάει και για τις δικές τους μάνες. Θέλει να πάει κι αυτή στο δικαστήριο. Να τους δει. Να αποδοθεί δικαιοσύνη. Καμία μητέρα να μη βρεθεί στη θέση της. Κι ίσως έτσι, τέτοιο πράγμα να μην ξανασυμβεί.

(Κάποιες από τις φράσεις αυτού του κειμένου είναι λόγια της Σούκραν Μπίμπι στο βίντεο που απεύθυνε η οικογένεια προς τους φίλους του Σαχζάτ στην Ελλάδα. Στις 18 Δεκέμβρη 2013, οι δολοφόνοι του Σαχζάτ δικάζονται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών. Με πρωτοβουλία της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδας και της ΚΕΕΡΦΑ, γίνεται προσπάθεια οι γονείς του Σαχζάτ να είναι παρόντες στο δικαστήριο).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *