«Νόμιζαν ότι πέθανα και έφυγαν» [9/9/2016]

abuzeid_noskomeio «Ενας που κρατούσε σίδερο με χτύπησε στο πρόσωπο. Οι υπόλοιποι με χτυπούσαν με ξύλα, με κλοτσιές και με τα χέρια τους» είπε κατά την κατάθεσή του ο Αμπουζίντ Εμπάρακ | GoldenDawnWatch.

(Κείμενο: Διαλεκτή Αγγελή, ΕφΣυν, 10/9/2016)

Με χτύπησαν σε όλο το σώμα, ήμουν σαν πεθαμένος» δήλωσε κατά τη χθεσινή του κατάθεση ο Αμπουζίντ Εμπάρακ, το βασικό θύμα της υπόθεσης των Αιγύπτιων ψαράδων στη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Ο φανερά καταβεβλημένος μάρτυρας, που κατέθετε όλη την ώρα καθιστός λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, απάντησε στις ερωτήσεις της προέδρου, Μαρίας Λεπενιώτη, με τη βοήθεια διερμηνέα, λέγοντας ότι ήρθε στην Ελλάδα πριν από πέντε χρόνια για να δουλέψει και να μπορέσει να βοηθήσει την οικογένειά του που ζει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

«Εχω πέντε παιδιά και τρία αδέλφια, και όλοι στηρίζονται σε μένα. Ξεκίνησα να δουλεύω, ενάμιση χρόνο αφότου έφτασα στην Ελλάδα, σε ένα εργοστάσιο με ψάρια. Το βράδυ του περιστατικού κοιμόμουν στην ταράτσα. Ξύπνησα από τα χτυπήματα στο πόδι και τα γόνατα.

»Εβγαλα την κουβέρτα από το πρόσωπό μου και είδα περίπου 15-17 άτομα με μαύρες μπλούζες. Ενας που κρατούσε σίδερο με χτύπησε στο πρόσωπο. Οι υπόλοιποι με χτυπούσαν με ξύλα, με κλοτσιές και με τα χέρια τους.

»Ακουσα κάποιον να λέει “πάμε”, ήταν από τις λέξεις που ήξερα τότε στα ελληνικά. Πρέπει να νόμιζαν ότι πέθανα και έφυγαν. Με χτύπησαν σε όλο το σώμα, ήμουν σαν πεθαμένος. Εχασα τις αισθήσεις μου. Συνήλθα στο νοσοκομείο.

»Είχα πληγές και χτυπήματα σε όλο μου το σώμα. Εμεινα περίπου 18 μέρες μέσα. Δεν ξέρω σε ποιο νοσοκομείο, ξέρω μόνο ότι ήθελα να ζήσω. Για 33 μέρες έτρωγα με καλαμάκι γιατί τα κόκαλα στο πρόσωπό μου ήταν σπασμένα. Από τότε έχω προβλήματα με την υγεία μου και δεν μπορώ να δουλέψω κανονικά» δήλωσε ο μάρτυρας.

Η πρόεδρος τον ρώτησε αν είχε διαφορές ή είχε δεχτεί απειλές από κάποιον, με τον Α. Εμπάρακ να απαντά ότι δεν είχε ποτέ διαφορές με κανέναν, προσθέτοντας ωστόσο ότι «είχαν πει στον Αχμεντ (σ.σ. αναφέρεται στον Αμπού Χαμέντ Αχμεντ, στο σπίτι του οποίου διέμενε το βράδυ της επίθεσης) “θα σας σκοτώσουμε απόψε”».

Τον λόγο πήρε η εισαγγελέας, Αδαμαντία Οικονόμου, η οποία με τις ερωτήσεις και το ύφος της περισσότερο αντιμετώπιζε τον μάρτυρα ως κατηγορούμενο, αντί για θύμα. Τη σκυτάλη πήρε ο δικηγόρος της πολιτικής αγωγής, Τάκης Ζώτος, ο οποίος τον ρώτησε αν φοβάται να ζήσει στην Ελλάδα έπειτα από αυτό που του συνέβη.

«Οχι μόνο εγώ, όλοι οι ξένοι. Δεν έχει σημασία, είμαι πεθαμένος έτσι κι αλλιώς, αφού δεν μπορώ να δουλέψω και να ταΐσω τα παιδιά μου», απάντησε ο Α. Εμπάρακ.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης απευθύνονταν στον μάρτυρα με εριστικό τόνο επιλέγοντας συνειδητά να μην αναφέρονται σε όλα όσα γράφει η ιατρική γνωμάτευση και προκαλώντας τη δικαιολογημένη αντίδραση της πολιτικής αγωγής.

Η πρόεδρος έκανε συχνά παρατηρήσεις στους συνηγόρους υπεράσπισης, καθώς εκτίμησε ότι μιλούσαν και γελούσαν κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του μάρτυρα, ενώ μικροένταση προκλήθηκε όταν ένας αστυνομικός προσπάθησε να απομακρύνει άτομο που κάθισε στα έδρανα της υπεράσπισης, που τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν συνεργάτης του συνήγορου του Νίκου Μιχαλολιάκου, Τάκη Μιχαλόλια, που γνωρίζει αραβικά (!).

Παρούσα, στο πλευρό του Εμπάρακ ήταν φυσικά και η Μάγδα Φύσσα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *