“Δεν ρωτήσαμε τίποτα – Δεν ελέγξαμε τίποτα – Δεν καταλάβαμε τίποτα – Είμαστε αστυνομικοί” (78η+79η μέρα)

tsolakidis(Κείμενο: Αφροδίτη Φράγκου, Εργατική Αλληλεγγύη, 27/7/2016)

«Κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε» ήταν η επωδός του μάρτυρα Αναστάσιου Τσολακίδη, επικεφαλής της μίας από τις δύο ομάδες ΔΙΑΣ που ήταν παρούσες στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Ο μάρτυρας, που ξεκίνησε την κατάθεσή του κατά την 79η δικάσιμο (25/7), αδυνατούσε να εξηγήσει γιατί δε σταμάτησαν την επίθεση, και πολύ περισσότερο τη δολοφονία, ενώ η αστυνομία βρισκόταν εκεί από την αρχή. Δεν είχε καμία απάντηση στο γιατί μετά την επίθεση δεν έγινε ούτε μία προσαγωγή χρυσαυγιτών. Και φυσικά, στο μήκος κύματος κι άλλων μαρτύρων απρόθυμων να βοηθήσουν τη διαδικασία, «δε ρώτησε», «δεν έμαθε» και «δε θυμάται» τίποτα από αυτά για τα οποία ρωτήθηκε.

Σύμφωνα με το μάρτυρα η ομάδα του έλαβε σήμα ένα ή δύο λεπτά πριν τα μεσάνυχτα και κατευθύνθηκε αμέσως στον τόπο που ανέφερε. Φτάνοντας στην Κεφαλληνίας οι αστυνομικοί είδαν τριάντα μαυροντυμένα άτομα με «μακρόστενα αντικείμενα στα χέρια» που παρουσίαζαν «νευρικότητα και κινητικότητα». Ενημερώθηκαν από τον «διαμεσολαβητή» Χατζησταμάτη ότι «αναρχικοί μάλωσαν με χρυσαυγίτες» αλλά, όπως είπε ο ίδιος, δεν κατάλαβαν ποια από τις δύο ομάδες ήταν αυτή που είχαν μπροστά τους, ούτε ρώτησαν. Δεν είδαν καν άλλη ομάδα ατόμων.

Σε μια σπάνια στιγμή διαύγειας ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι οι τριάντα αυτοί μαυροντυμένοι άρχισαν να τρέχουν προς την Τσαλδάρη «σαν να μην υπάρχουμε». Σε ερωτήσεις της Προέδρου για το αν ως αστυνομικοί προσπάθησαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο χώρο, επανέλαβε: «Ανάψαμε το φάρο. Φωνάξαμε “αστυνομία! Σταματήστε, πού πάτε”. Μας είχαν αντιληφθεί. Μας αγνόησαν σα να μην υπήρχαμε». Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κυνήγησαν την ομάδα αυτή, αλλά «δεν ήταν εφικτό να τους πιάσουμε». Τους ήταν αδύνατο να πιάσουν έστω και έναν. Με αοριστίες και επανάληψη των ίδιων φράσεων απέφυγε να απαντήσει τι σημαίνει «δεν ήταν εφικτό».

Στο σημείο της δολοφονίας η ομάδα ΔΙΑΣ του Τσολακίδη «κατευθύνθηκε» προς τον Παύλο Φύσσα, ο οποίος είπε «όχι εμένα ρε παιδιά, αυτόν, αυτόν που με μαχαίρωσε». Σε ερώτηση «γιατί είπε ‘όχι εμένα’;», ο μάρτυρας απάντησε «επειδή η Λεγάτου [συνοδηγός στη μηχανή του Τσολακίδη] του έλεγε να ηρεμήσει, επειδή ήταν έξαλλος»! Ερωτηθείς τι σημαίνει «κατευθυνθήκαμε προς τον Παύλο Φύσσα» απάντησε «προς το σημείο που βρισκόταν». Μέχρι τη στιγμή εκείνη, ισχυρίζεται, δεν είχαν δει το Ρουπακιά, έβλεπαν μόνο ένα «μπουλούκι» 4-5 ατόμων σε συμπλοκή, δεν ήξεραν ποιοι ήταν ενάντια σε ποιους, δεν είδαν μαχαίρωμα, δεν είχαν παρατηρήσει ότι το αυτοκίνητο του Ρουπακιά μπήκε αντίθετα στο ρεύμα της Τσαλδάρη. Ο ίδιος ο μάρτυρας ρώτησε το Ρουπακιά τι έκανε κι αυτός απάντησε «τίποτα, περαστικός είμαι».

Η κατάθεση του μάρτυρα συνεχίστηκε με ανακρίβειες σχετικά με το πώς έγινε η σύλληψη, ποιος ασχολήθηκε με το μαχαίρι και το αν γίνανε προσαγωγές και αναζήτηση μαρτύρων. Στα δύο τελευταία ρωτήθηκε αν έμαθε έστω εκ των υστέρων πώς χειρίστηκε η αστυνομία την κατάσταση. Η απάντησή του ήταν «δεν θυμάμαι αν βρέθηκαν μάρτυρες. Δε γνωρίζω αν έγιναν έλεγχοι ή προσαγωγές. Δεν έμαθα τι έγινε, από πού να μάθω;».

Ευαισθησία

Αυτή τη φορά η υπεράσπιση, που από άλλους αυτόπτες μάρτυρες απαιτούσε ακρίβεια εκατοστού και μνήμη ελέφαντα, παρενέβη αρκετές φορές δείχνοντας ιδιαίτερη ευαισθησία στο δικαίωμα του μάρτυρα να μη θυμάται, να μην μπορεί να υπολογίσει και να μην ξέρει.

Η έδρα επισήμανε επίσης διάφορες αντιφάσεις του μάρτυρα σε σχέση με τις προηγούμενες καταθέσεις του, στις οποίες ήταν κάπως σαφέστερος. Στην κατάθεσή του στο δικαστήριο δεν είπε ούτε μία φορά τις λέξεις ανθρωποκτονία, δολοφονία, θύμα ή χρυσαυγίτες (μία φορά του ξέφυγε και το διόρθωσε), ενώ είπε 33 φορές τη λέξη «συμπλοκή» (σε ερωτήσεις της εισαγγελέως για άλλα περιστατικά, χρησιμοποίησε την ίδια λέξη για την παραλίγο δολοφονική επίθεση στους Αιγύπτιους αλιεργάτες).

Η Πρόεδρος του δικαστηρίου ρώτησε επίμονα το μάρτυρα αν πιστεύει ότι η αστυνομία έδρασε εκείνο το βράδυ όπως έπρεπε. Στον ισχυρισμό του «κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε», η ίδια ξαναρώτησε: «για να λέτε ‘καλύτερο’, πάει να πει ότι υπάρχει κάτι καλό. Πού είναι το καλό; Στη σύλληψη Ρουπακιά που ούτε καν έφυγε από το χώρο;» και κατέληξε: «αν κάποιος σας δει σε ένα ανάλογο περιστατικό, θα νιώσει ασφαλής; Για ποιο λόγο;».

Η Πολιτική Αγωγή ανέδειξε το γεγονός ότι η αστυνομία θα μπορούσε να παρέμβει πολύ νωρίτερα, αφού είχε δει ότι το τάγμα εφόδου ουσιαστικά οπλοφορούσε: ο μάρτυρας είπε πως η κατοχή σιδηρογροθιάς είναι παράνομη. Σε ερώτησή της γιατί δεν κλήθηκαν ενισχύσεις από την αρχή (με παρόντα 30 άτομα μερικά εκ των οποίων οπλοφορούν), ο Τσολακίδης απάντησε «δεν είχαμε ακόμα καταλάβει τι γίνεται». Στο γιατί δεν κυνήγησαν τους χρυσαυγίτες με τις μηχανές, ότι «θα καθυστερούσαν»! Τέλος, για το αν εκτιμά επικίνδυνο για τον κόσμο ένα τέτοιο πλήθος, απάντησε «όχι».

Να εξηγήσει ο Δένδιας γιατί ανεχόταν τη δράση των ταγμάτων εφόδου

Η Χρυσούλα Ρουπακιά ολοκλήρωσε την κατάθεσή της κατά την 78η ημέρα της δίκης (21/7), επιμένοντας στους ισχυρισμούς της περί «απλών ψηφοφόρων» της Χρυσής Αυγής, για την ίδια και τον αδελφό της.

Της ξέφυγαν βέβαια κι άλλες φράσεις που έδειχναν την οικειότητα και των δύο με την οργάνωση (γνώριζε το παρατσούκλι του Καζαντζόγλου στην τοπική Νίκαιας, ήξερε τη δήλωση του Ρουπακιά «χρυσαυγίτης πεθαίνεις» κλπ). Η γραμμή της υπεράσπισης για τη φρασεολογία της Ρουπακιά ήταν ότι συγκεκριμένες λέξεις της είχαν υποβληθεί στην ανάκριση. Η Πρόεδρος ωστόσο απάντησε ότι «είναι ενήλικας και έξυπνη, αν πίστευε ότι παραπλανήθηκε στην ανάκριση θα το είχε πει».

Την ίδια μέρα κατέθεσε ο μάρτυρας Χρήστος Χρηστίδης, που διατηρεί ζαχαροπλαστείο δίπλα από το σημείο της δολοφονίας. Δε γνώριζε απολύτως τίποτα για την υπόθεση, και πάνω σε αυτό η πολιτική αγωγή σχολίασε «η επιλογή των μαρτύρων δεν είναι ορθή». Η Πολιτική Αγωγή έχει αιτηθεί να καταθέσουν οι μάρτυρες Αχιλλέας Νικολάου (αυτόπτης μάρτυρας, είδε όλη την επίθεση από το μπαλκόνι του) και Βασίλης Χανδρινός (μέλος της Χρυσής Αυγής για μικρό διάστημα στο παρελθόν, μπορεί να δώσει πολύτιμες πληροφορίες για το θέμα της εγκληματικής οργάνωσης).

Ωστόσο ο Χρηστίδης δήλωσε ότι την επόμενη μέρα πέρασε από το κατάστημα ο τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη Ν. Δένδιας για να ελέγξει αν υπάρχουν κάμερες που να κατέγραψαν την επίθεση. Η υπεράσπιση ζήτησε την παρουσία του πρώην υπουργού στο δικαστήριο, προσπαθώντας να δείξει ότι η δίωξη της νεοναζιστικής συμμορίας είναι πολιτική. Η απάντηση του Κώστα Παπαδάκη από την πολιτική αγωγή ήταν: «Δεν είναι απαραίτητη η κλήση του, αλλά αν έρθει, να έρθει να μας εξηγήσει για ποιο λόγο το υπουργείο του ανεχόταν τόσα χρόνια τη δράση των ταγμάτων εφόδου».

Ξανά μαζικά στο Εφετείο το Σεπτέμβρη

Η δίκη των νεοναζί διακόπηκε για το καλοκαίρι και συνεχίζεται στις 5 Σεπτέμβρη. Οι δικάσιμες που έχουν προγραμματιστεί για το Εφετείο είναι 5, 9, 12, 13, 19, 23, 27/9 και για τον Κορυδαλλό 6 και 8/9.

Οι νεοναζί έχουν το θράσος να «διαμαρτύρονται» ότι οι αντιφασίστες «τους απειλούν» και ότι οι δημοσιογράφοι τους φωτογραφίζουν τη στιγμή που έχουν την καθημερινή κάλυψη της αστυνομίας και οι ίδιοι απειλούν διαρκώς. Η τελευταία δικάσιμος του καλοκαιριού ξεκίνησε με την προσπάθειά τους να στοχοποιήσουν έναν αντιφασίστα προκειμένου να κρατηθεί, άκαρπη τελικά μετά την παρέμβαση της Μάγδας Φύσσα, της Πολιτικής Αγωγής και άλλων αντιφασιστών.

Οι φασίστες προσπαθούν με νύχια και δόντια να υπάρχει μονίμως ένταση στο δικαστήριο, για να αποθαρρύνονται οι αντιφασίστες ή/και να γυρίσει η δίκη στην απομόνωση του Κορυδαλλού. Δε θα τους περάσει.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *