Καταθέτουν οι φίλοι του Παύλου Φύσσα (67η-69η μέρα)

magda_fyssa_efeteioΑτρόμητη μπροστά στις προκλήσεις των φασιστών η Μάγδα Φύσσα.

(Κείμενο: Αφροδίτη Φράγκου, Εργατική Αλληλεγγύη, 29/6/2016)

Παρουσία των δεκαεπτά από τους δεκαοκτώ χρυσαυγίτες κατηγορούμενους για τη δολοφονία Φύσσα κατέθεσαν ο Νικόλαος Μαντάς και ο Μιχαήλ Ξυπόλητος, μέλη της παρέας που δέχτηκε την επίθεση του τάγματος εφόδου της Χρυσής Αυγής το βράδυ που δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας. Κοινά σημεία των δύο καταθέσεων ήταν η ανάδειξη του οργανωμένου χαρακτήρα της επίθεσης, εξαφανίζοντας κάθε υπόνοια συμπλοκής καθώς και της ομοιότητας της επίθεσης αυτής με τις υπόλοιπες γνωστές επιθέσεις των χρυσαυγιτών και κυρίως με την επίθεση που δέχτηκαν και οι δύο αυτοί μάρτυρες έξω από τα δικαστήρια στην έναρξη της δίκης τον Απρίλη του 2015.

Η 67η ημέρα της δίκης την Παρασκευή 24 Ιούνη που διεξήχθη στην αίθουσα του Κορυδαλλού, ήταν και η πρώτη δικάσιμος κατά την οποία οι κατηγορούμενοι του τάγματος εφόδου της Νίκαιας εμφανίστηκαν αναγκαστικά, με απόφαση του δικαστηρίου, για να αναγνωριστούν από τους μάρτυρες. Ο μόνος απών ήταν ο κατηγορούμενος Δήμου, του οποίου ο συνήγορος προσκόμισε χαρτί από καρδιολόγο.

Τη δικαιολόγηση της απουσίας του Δήμου ακολούθησαν έξι αιτήματα για άδεια από τις συνεδριάσεις “λόγω εργασίας”, εκ των οποίων μόνο ένα συνοδεύτηκε με δικαιολογητικά (αγανακτισμένη η Μάγδα Φύσσα σε αυτό το σημείο είπε “απ’ ό,τι φαίνεται μόνο εμάς έχει χτυπήσει η ανεργία”). Η προσπάθεια αυτή δείχνει πόσο μεγάλο πρόβλημα είναι για τη Χρυσή Αυγή η παρουσία των κατηγορούμενων στο δικαστήριο: από τη μία δεν μπορεί να συνεχίσει να παριστάνει ότι η δίκη είναι μια ξεχασμένη υπόθεση, από την άλλη με τη διευκόλυνση των αναγνωρίσεων θα καταρρέουν οι υπερασπιστικές γραμμές των χρυσαυγιτών και θα γίνεται ξεκάθαρο ποιοι οργάνωσαν και υλοποίησαν τις επιθέσεις.

Ο αυτόπτης μάρτυρας Ν. Μαντάς, διανομέας στο επάγγελμα, είπε ότι τη βραδιά εκείνη βρισκόταν σε ένα καφέ στο Κερατσίνι μαζί με άλλα έξι άτομα, όπου έβλεπαν τον αγώνα και απ’ όπου έφυγαν στο ημίχρονο για να συναντήσουν τρία ακόμη άτομα της παρέας (μεταξύ των οποίων ο Παύλος Φύσσας) στο καφέ Κοράλλι. Μίλησε για το γεγονός ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο Μιχάλαρο έξω από το Κοράλλι από βίντεο που κυκλοφορούσε ήδη τότε στο ίντερνετ για την προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να στήσει εργοδοτικό σωματείο στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος και στο οποίο ο Λαγός απειλούσε ότι θα διώξει τους “λακέδες του ΠΑΜΕ από τη Ζώνη”. Βεβαιώθηκε δε ότι ήταν ο Μιχάλαρος από το τατουάζ με μαίανδρο που έχει στο δεξί του μπράτσο.

Επιβεβαίωσε τις καταθέσεις του Μελαχροινόπουλου και του Σεϊρλή, που ήταν επίσης στην παρέα που δέχτηκε την επίθεση, ότι μια ομάδα τριών χρυσαυγιτών από το διπλανό τραπέζι τους κοίταζε έντονα όσο κάθονταν στο καφέ και έστελνε μηνύματα στα κινητά.

Ότι οι χρυσαυγίτες βγήκαν λίγο πριν τη λήξη του αγώνα ένας ένας. Ότι όταν η παρέα του Παύλου Φύσσα βγήκε έξω είδε καμιά δεκαριά χρυσαυγίτες μαζεμένους στο σημείο που είχαν παρκάρει τα αυτοκίνητά τους και ότι κρατούσαν ξύλα και μαδέρια. Ότι ένας “διαμεσολαβητής” (που οι ίδιοι πίστευαν ότι ήταν αστυνομικός) τους είπε να πάνε από κάποια στενά για να μη γίνει τίποτα, αλλά οι ίδιοι προτίμησαν να βγουν στη λεωφόρο Τσαλδάρη που ήταν ανοιχτή και φωτεινή, πιστεύοντας ότι έτσι θα αποφύγουν τις φασαρίες.

Συνεχίζοντας, ο μάρτυρας έδωσε όλο και περισσότερα στοιχεία για την οργανωμένη επίθεση: ένα κονβόι αυτοκινήτων και μηχανών κατέβηκε τη λεωφόρο Τσαλδάρη και έστριψε στην Κεφαλληνίας, εκεί που μαζεύτηκαν οι πρώτοι δέκα χρυσαυγίτες. Οι ΔΙΑΣ σταμάτησαν και συνομιλούσαν με τους χρυσαυγίτες, ο ίδιος δεν ένιωσε καμιά ασφάλεια από την παρουσία τους. Οι χρυσαυγίτες άρχισαν να κυνηγάνε την παρέα του Παύλου Φύσσα, με φωνές και βρισιές. Ο Μαντάς έτρεξε μαζί με άλλους τρεις φίλους του στα στενά και κρύφτηκε σε μια πυλωτή. Εκεί κάλεσαν την αστυνομία η οποία το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να τους συλλάβει.

Χωρίς χειροπέδες

Στο ΑΤ Κερατσινίου, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο μάρτυρας, τους “έγδυσαν” για να τους κάνουν σωματικό έλεγχο και με τις χειροπέδες τους οδήγησαν στο ίδιο δωμάτιο με τον Ρουπακιά, που τότε ακόμα οι ίδιοι δεν ήξεραν ποιος είναι. Ο Ρουπακιάς όχι μόνο ήταν άνετος, χωρίς χειροπέδες και το έπαιζε περαστικός, αλλά ρώτησε τους φίλους του Φύσσα τι έγινε και αν η επίθεση, όπως του είπαν, από τους χρυσαυγίτες έγινε επειδή είναι πολιτικοποιημένοι. Ενώ στη συνέχεια αστειεύτηκε με το γεγονός ότι κι αυτός φοράει άρβυλα και αν θα μπορούσαν να τον περάσουν για ύποπτο!

Στη συνέχεια ο μάρτυρας κλήθηκε να αναγνωρίσει τους κατηγορούμενους. Με όρθιο μπροστά στην έδρα ολόκληρο το τάγμα της Νίκαιας, έγινε εμφανές σε όσους παρακολουθούν τη δίκη αυτό που σχεδόν όλοι οι μάρτυρες έχουν καταθέσει, ότι δηλαδή τα τάγματα εφόδου αποτελούνται από σωματώδεις τύπους για να προκαλούν φόβο. Παρά την τρομοκρατία της υπεράσπισης που φώναξε εκείνη τη στιγμή “τώρα θα σε αναγνωρίσουμε κι εμείς όμως”, ο μάρτυρας αναγνώρισε τους Μιχάλαρο, Άγγο και Ρουπακιά.

Όταν ο μάρτυρας κλήθηκε από την Πολιτική Αγωγή να δώσει τα κύρια χαρακτηριστικά της επίθεσης και την ομοιότητά της με τις άλλες επιθέσεις που γνωρίζει (δηλαδή την επίθεση στο ΠΑΜΕ για την οποία είχε ενημερωθεί καθώς συνδικαλίζεται, όπως είπε, και την επίθεση που δέχτηκε ο ίδιος μαζί με φίλους και συγγενείς του την πρώτη μέρα της δίκης), τόνισε: μαζεύονται γρήγορα, χτυπάνε απότομα, φεύγουν γρήγορα. Μάλιστα, σε αυτό το σημείο, συνήγορος υπεράσπισης με πολλή σιγουριά και άνεση πρόσθεσε επεξηγηματικά: “Blitzkrieg” (πόλεμος-αστραπή των ναζί)!

Σε σχέση με το ποιος θα μπορούσε να είναι στόχος των νεοναζί ο μάρτυρας είπε ότι εχθρός τους είναι οποιοσδήποτε δε συμφωνεί ιδεολογικά μαζί τους. Ο Παύλος Φύσσας, σύμφωνα με το μάρτυρα, θα μπορούσε να είναι στοχοποιημένος, αφ ενός γιατί ήταν γνωστός για τα αντιφασιστικά πιστεύω του μέσω των στίχων που έγραφε, αφ ετέρου γιατί ήταν γνωστός στη γειτονιά με τις δράσεις που διοργάνωνε σε υποστήριξη των αστέγων κλπ. Έγινε έτσι πολύ σαφές το κίνητρο της δολοφονίας: η Χρυσή Αυγή ήθελε να περάσει ένα ξεκάθαρο μήνυμα τρόμου σε όλη την περιοχή, δολοφονώντας έναν γνωστό και αγαπητό αντιφασίστα.

Η υπεράσπιση για ακόμη μια φορά προσπάθησε να δημιουργήσει κλίμα τρομοκρατίας και απαξίωσης του μάρτυρα, με απειλές, ειρωνίες, φασαρία, παραπλανητικές ερωτήσεις κλπ. Ο μάρτυρας παραπονέθηκε δύο φορές για την ανοχή της έδρας σε αυτή την κατάσταση, τη δεύτερη μάλιστα λέγοντας “εσείς γράψτε το στα πρακτικά ότι δε δείχνω σεβασμό στο δικαστήριο όπως λέτε, αλλά εγώ απαιτώ να με προστατέψετε”.

Η κατάθεσή του συνεχίστηκε με τις ερωτήσεις των συνηγόρων υπεράσπισης τη Δευτέρα 27 Ιούνη στο Εφετείο, 68η μέρα της δίκης. Μην μπορώντας να αντικρούσει ούτε ένα από τα λεγόμενα του μάρτυρα, η υπεράσπιση επέλεξε για ακόμη μια φορά να προβεί σε πόλεμο νεύρων, σε εφεύρεση αντιφάσεων και στη θεωρία των δύο άκρων, ειδικά με το να χρησιμοποιεί κομμάτια του Παύλου Φύσσα, αναρτήσεις στο facebook και άλλα για να ισχυριστεί ότι και οι αντιφασίστες είναι βίαιοι και επιθετικοί. Ο μάρτυρας πολύ απλά αρνήθηκε να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις, όσο κι αν επέμενε η υπεράσπιση, κατηγορώντας τη μάλιστα ότι τον παρακολουθεί και τον στοχοποιεί.

Κατάθεση Ξυπόλητου

Στο ίδιο μήκος κύματος με το Ν. Μαντά κατέθεσε ο Μιχαήλ Ξυπόλητος τη Δευτέρα 27 Ιούνη στο Εφετείο και την Τρίτη 28 Ιούνη στον Κορυδαλλό, 68η και 69η μέρα της δίκης αντίστοιχα.

Παρόλο που η υπεράσπιση σε κατάσταση παροξυσμού διέκοπτε σχεδόν κάθε ερώτηση της πολιτικής αγωγής, ο μάρτυρας περιέγραψε με ψυχραιμία και καθαρότητα το πώς εκτυλίχθηκε η επίθεση, τονίζοντας ότι οι χρυσαυγίτες ήταν μια συγκροτημένη ομάδα, δρούσαν όλοι μαζί και γρήγορα, ήταν ντυμένοι ομοιόμορφα με μαύρα και γκρι παραλλαγή, ήταν προετοιμασμένοι και συνεννοημένοι για την επίθεση (αυτό προκύπτει από την περιγραφή του για το τι κρατούσαν στα χέρια τους – ξύλα, κράνη κλπ, αλλά και από το ότι η επίθεση έγινε σε συγκεκριμένο χρόνο και όχι αμέσως μόλις βρέθηκαν μπροστά στην παρέα).

Είπε μάλιστα ότι δεν άκουσε παράγγελμα, αλλά το παράγγελμα θα μπορούσε να είναι η ένωση των δύο ομάδων, της πρώτης που βρισκόταν έξω από το καφέ και της δεύτερης που ήρθε με το κονβόι μοτοσικλετών. Περιέγραψε πολύ χαρακτηριστικά τι σημαίνει η λέξη κονβόι, και γιατί οι μηχανές δεν ήταν τυχαία πίσω από το αυτοκίνητο του Ρουπακιά λέγοντας: “είχε ανάψει πράσινο, αλλά όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε για να τους ρωτήσει ο οδηγός πού βρίσκεται η Κεφαλληνίας, ούτε μία μηχανή δεν προσπέρασε”. Ο μάρτυρας συμπλήρωσε την περιγραφή του Μαντά για τη συμπεριφορά της αστυνομίας, δηλώνοντας ότι συνελήφθησαν και πέρασαν “πρωτοφανή σωματικό έλεγχο”. Ενώ στη διαδικασία αναγνώρισης των κατηγορουμένων, αναγνώρισε τους Μιχάλαρο, Άγγο, Τσαλίκη και Ρουπακιά.

Ο Ξυπόλητος μίλησε επίσης για τις επιθέσεις στο ΠΑΜΕ, τα επεισόδια στον Μελιγαλά, την επίθεση σε αυτόν και άλλους μάρτυρες την πρώτη μέρα της δίκης και τις μοτοπορείες – επίδειξη ισχύος που οργάνωναν οι τοπικές οργανώσεις σαν “εξορμήσεις” του κόμματος, που όμως δεν έχουν χαρακτήρα προπαγανδιστικό, αλλά τρομοκρατικό.

Απαντώντας στην πολιτική αγωγή για τον Παύλο Φύσσα, είπε ότι επρόκειτο για έναν φιλικό άνθρωπο, ηγετική φυσιογνωμία και υπερπροστατευτικό φίλο. Ήταν γνωστός για τις δράσεις του και είχε την αγάπη του κόσμου. Τέλος, απαντώντας σε ερωτήσεις της πολιτικής αγωγής για τον τρόπο λειτουργίας της εγκληματικής οργάνωσης, αναφέρθηκε ρητά σε ιεραρχία και είπε ότι το γεγονός ότι ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία Φύσσα, σημαίνει ότι είχε δώσει ο ίδιος την εντολή για να γίνει.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *