5 χρόνια από το ρατσιστικό πογκρόμ της Χρυσής Αυγής: δήλωση των Θ. Καμπαγιάννη και Κ. Σκαρμέα

PHOTO2

Αθήνα, 12/5/2011, απέναντι από τη Βαρβάκειο.

[Δημοσιοποιούμε δήλωση των Θ. Καμπαγιάννη και Κ. Σκαρμέα, με αφορμή τα 5 χρόνια από το ρατσιστικό πογκρόμ της Χρυσής Αυγής και την αρχειοθέτηση της δικογραφίας από την Εισαγγελία Πρωτοδικών, καθώς και την παραγραφή των πλημμεληματικών πράξεων.]

Σαν σήμερα, πριν δύο χρόνια, στις 12/5/2014, καταθέσαμε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου μηνυτήρια αναφορά για το ρατσιστικό πογκρόμ που εξαπέλυσε η Χρυσή Αυγή κατά ανυποψίαστων αλλοδαπών πολιτών στο κέντρο της Αθήνας, τις μέρες μετά τη δολοφονία του Μανώλη Καντάρη στις 10/5/2011. Η μηνυτήρια αναφορά συσχετίστηκε με τη μεγάλη δικογραφία για την εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, αποτελεί σήμερα (μαζί με τα σχετικά της) αναγνωστέο έγγραφο στη δίκη της Χρυσής Αυγής ενώπιον του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, θεωρείται δε από το βούλευμα 215/2015 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών αποδεικτικό στοιχείο της εγκληματικής της δράσης. Έτσι, στην εισαγγελική πρόταση, αναφέρεται ρητά ότι “… προκύπτει πλήρως και χωρίς καμία αμφιβολία η συμμετοχή του κόμματος στις εγκληματικές ενέργειες σε βάρος αλλοδαπών, ανεξέλεγκτα, στο κέντρο της Αθήνας, οι οποίες ακολούθησαν τη δολοφονία του προαναφερόμενου προσώπου [Εμμανουήλ Καντάρη], με επικεφαλής επίλεκτα τότε στελέχη και ήδη βουλευτές και κατηγορούμενους, ήτοι τον προαναφερόμενο Ηλία Κασιδιάρη και τους Ηλία Παναγιώταρο, Παναγιώτη Ηλιόπουλο, Ευστάθιο Μπούκουρα και άλλους”.

Κι όμως, η προκαταρκτική εξέταση που πραγματοποιήθηκε αυτοτελώς από την Εισαγγελία Πρωτοδικών για τον προσδιορισμό των τελεσθεισών εγκληματικών πράξεων και τον εντοπισμό των δραστών κατέληξε σε πλήρη συγκάλυψη. Μετά από δύο χρόνια “κατεπείγουσας” έρευνας που διεξήχθη από το Τμήμα Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας, ο αρμόδιος εισαγγελέας αρχειοθέτησε τη σχηματισθείσα δικογραφία, στο μέτρο δε που κρίθηκε πως τελέστηκαν εγκληματικές πράξεις, η δικογραφία τέθηκε στο “αρχείο αγνώστων δραστών”. Η σκανδαλώδης καθυστέρηση στη διερεύνηση της υπόθεσης σημαίνει ότι πλέον έχουν παραγραφεί όλες οι πλημμεληματικές πράξεις (διατάραξη κοινής ειρήνης, σωματικές βλάβες, φθορές ξένης ιδιοκτησίας, κλπ) λόγω παρέλευσης πενταετίας.

Για την εξέλιξη αυτή έχουμε να κάνουμε δύο διαπιστώσεις:

Αφενός, επιβεβαιώνεται άλλη μια φορά η ευμενής αντιμετώπιση των διωκτικών και δικαστικών αρχών προς τα ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής και απομυθοποιείται η δήθεν “σκληρή” αντιμετώπισή τους. Με εξαίρεση το χρονικό διάστημα μετά τη δολοφονία Φύσσα, που οι κρατικοί μηχανισμοί κινήθηκαν κάτω από την κατακραυγή της κοινής γνώμης και την έκρηξη του μαζικού αντιφασιστικού κινήματος, η Χρυσή Αυγή εξακολουθεί να απολαμβάνει μια ιδιότυπη ασυλία. Έτσι, δεν απαγγέλλονται κατηγορίες: για υποκίνηση διατάραξης κοινής ειρήνης σε Κασιδιάρη και Παναγιώταρο (ρατσιστικό πογκρόμ), για ηθικές αυτουργίες σε ανθρωποκτονίες και απόπειρες ανθρωποκτονιών τουλάχιστον στον Λαγό (υποθέσεις Φύσσα, συνδικαλιστών ΠΑΜΕ, Αιγύπτιων ψαράδων), για ηθική – και φυσική – αυτουργία σε σωματικές βλάβες και φθορές ξένης ιδιοκτησίας σε Λαγό και Μίχο (“εξαφανισμένη” δικογραφία Συνεργείου) και ούτω καθεξής, την ίδια στιγμή που υπάρχουν όχι απλώς επαρκείς ενδείξεις αλλά στέρεες αποδείξεις για τις εγκληματικές αυτές πράξεις. Θυμίζουμε ότι στην υπόθεση της 17 Νοέμβρη, η φερόμενη ως ηγεσία της οργάνωσης κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε – πέραν της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης – για ηθική αυτουργία σε όλες ανεξαιρέτως τις τελεσθείσες εγκληματικές πράξεις.

Αφετέρου, αποδεικνύεται η απροθυμία των διωκτικών και δικαστικών αρχών να εντοπίσουν και να τιμωρήσουν τους δράστες των εγκλημάτων ρατσιστικής βίας. Χωρίς να έχουμε πρόσβαση στην πράξη αρχειοθέτησης και τη σχηματισθείσα δικογραφία, συμπεραίνουμε ότι από τα δεκάδες άτομα που εικονίζονται σε φωτογραφίες και βίντεο να τελούν εγκληματικές πράξεις και τα οποία θέσαμε σε γνώση των αρχών, δεν ταυτοποιήθηκε παρά μόνο ένας (1), με τις κατηγορίες της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της παράνομης οπλοφορίας. Η κατηγορία της διατάραξης κοινής ειρήνης (τόσο γνώριμη για εκατοντάδες εργαζόμενους και νεολαίους που συλλαμβάνονται στο σωρό σε διαδηλώσεις) δεν αναφέρεται καν: προφανώς ο θύτης και το θύμα “διαπληκτίστηκαν” στα πλαίσια κάποιου μεμονωμένου περιστατικού, άσχετου με το πογκρόμ που λάμβανε χώρα. Είναι μάλιστα πιθανό το μοναδικό άτομο που ταυτοποιήθηκε να είναι το ίδιο κατά του οποίου υπήρξε εμπρησμός του οχήματός του από την οργάνωση “Μαχόμενη Μειοψηφία” στις 25/11/2012 (την ευθύνη ανέλαβε η οργάνωση με προκήρυξη που δημοσιεύτηκε στις 26/11/2012 όπου και δημοσιοποιείται το όνομα του εν λόγω ατόμου). Ας το πούμε εύσχημα: Υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο της ελληνικής Εισαγγελίας, όταν αυτή αποδεδειγμένα αδυνατεί να εντοπίσει και να τιμωρήσει τους δράστες του ρατσιστικού πογκρόμ, τουλάχιστον περισσότερο από όσο το έπραξε μια τυχαία αναρχική ομάδα, από αυτές που καταδικάζονται σωρηδόν με το άρθρο 187Α ως τρομοκρατικές οργανώσεις.

Το χρυσαυγίτικο πογκρόμ του Μαΐου του 2011 αποτελεί την πιο εμβληματική στιγμή της ρατσιστικής βίας στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες: πραγματοποιήθηκε δημόσια, στο φως της ημέρας, στο κέντρο της πρωτεύουσας, από πλήθος ατόμων, με την παρουσία αστυνομικών οργάνων, σε βάρος διερχόμενων αλλοδαπών πολιτών (εφαρμογή της εντολής “Ό,τι κινείται σφάζεται”), με μόνο κριτήριο την εξωτερική τους εμφάνιση και συγκεκριμένα το χρώμα τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΚΑΒ, στις 12/5/2011, μέσα σε 183 λεπτά διακομίστηκαν 8 μετανάστες με σπασμένα κεφάλια από το κέντρο της Αθήνας στο νοσοκομείο Γεννηματάς. Κι αυτό ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου.

Από σήμερα και επισήμως, οι φυσικοί αυτουργοί αυτών των εγκληματικών ενεργειών μπορούν να κυκλοφορούν ανακουφισμένοι καθώς δεν πρόκειται να διωχθούν για τις πράξεις τους. Η αποτυχία αυτή των διωκτικών και δικαστικών αρχών δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για τις δημόσιες διακηρύξεις και διεθνείς δεσμεύσεις του ελληνικού κράτους αναφορικά με την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας. Και είναι κοινή, εθνική και διεθνής εμπειρία ότι όταν η ρατσιστική βία δεν τιμωρείται, επαναλαμβάνεται. Οι ελληνικές κρατικές αρχές φέρουν ακέραια την ευθύνη.

Αθήνα, 12/5/2016,
Οι δικηγόροι Θανάσης Καμπαγιάννης και Κώστας Σκαρμέας.


Διαβάστε ακόμα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *