Διπλό δεδικασμένο καίει τη Χρυσή Αυγή

dikh_xa(Κείμενο: Δημήτρης Ψαρράς, ΕφΣυν, 28/09/2015)

Θορυβημένος από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δήλωσή του ότι αναλαμβάνει την «πολιτική ευθύνη» για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ο Νίκος Μιχαλολιάκος περιφέρεται σε κανάλια και ραδιοφωνικούς σταθμούς προκειμένου να ανασκευάσει όσα είπε.

Κυρίως θέλει να προλάβει μην τυχόν και ληφθεί υπόψη αυτή η δήλωση ως ομολογία ενοχής στη δίκη της Χρυσής Αυγής που συνεχίζεται αύριο το πρωί στον Κορυδαλλό με τις καταθέσεις των γονιών του δολοφονημένου μουσικού.

Είναι όμως πολύ αργά. Είναι δεδομένο ότι η πανομοιότυπη δήλωση του Δημήτρη Κουφοντίνα, ο οποίος κατηγορήθηκε με βάση το ίδιο άρθρο του Π.Κ. (187,1) το 2002, έπαιξε καίριο ρόλο στην εκδίκαση της υπόθεσης της «17 Νοέμβρη».

Η απόφαση του δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 8.12.2003 αναφέρει βέβαια ότι «στην υπό κρίση υπόθεση δεν αναζητείται ούτε και υπάρχει πολιτική, παρά μόνο ποινική ευθύνη», αλλά το σκεπτικό δεν παραλείπει να σχολιάσει ως εξής τη δήλωση του κατηγορουμένου: «Τηρεί τελείως αρνητική στάση, έναντι της κατηγορίας, ως προς τα συγκροτούντα αυτήν κατ’ ιδίαν συμβάντα του εξωτερικού κόσμου και δηλώνει ότι αποδέχεται μόνο την “πολιτική” ευθύνη, ένα αδιανόητο για τον καθημερινό άνθρωπο μόρφωμα σκέψης».

Αυτό, όμως, το «αδιανόητο μόρφωμα σκέψης» η απόφαση το επαναλαμβάνει δεκάδες φορές προκειμένου να συνδέσει τον κατηγορούμενο με κάθε ξεχωριστή πράξη της οργάνωσής του.

Μάλιστα σε κάποιο σημείο η πολυσέλιδη απόφαση αναφέρει: «Και στο ακροατήριο [ο κατηγορούμενος] επανειλημμένως δήλωσε επίσης ότι αναλαμβάνει την “πολιτική ευθύνη” για τις πράξεις της οργάνωσης και όποιες ποινικές ευθύνες του αναλογούν και θα του τις καταλογίσει το δικαστήριο, πράγμα που σαφώς υποδηλώνει ότι δεν αρνείται τη συμμετοχή του στην οργάνωση όλο αυτό το χρονικό διάστημα».

Και εξ αυτού το δικαστήριο συμπεραίνει ότι «αποδείχθηκε πλήρως ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος […] εντάχθηκε στην εγκληματική οργάνωση, η οποία λειτουργούσε με ιεραρχική δομή, με κατανομή καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών, με θέσπιση εσωτερικών κανόνων λειτουργίας αυτής, που προβλέπουν ακόμη και κυρώσεις για τις παραβάσεις των μελών της, με σταθερή υποδομή, με διατήρηση κρησφυγέτων και χώρων αποθήκευσης οπλισμού, εκρηκτικών υλών και άλλων υλικών και επεδίωκαν συστηματικά καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα περισσότερα κακουργήματα και ειδικότερα ανθρωποκτονίες, εκρήξεις, ληστείες και παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες, μεταξύ δε των άνω κακουργημάτων και τα κατωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενα» (απόφαση 3243/8.12.2003).

Αλλά υπάρχουν και χειρότερα για τον Ελληνα «φίρερ» και τους συγκατηγορουμένους του. Η ίδια απόφαση για την υπόθεση της «17 Νοέμβρη» έχει αντιμετωπίσει και το βασικό ζήτημα που θέτει η υπεράσπιση των χρυσαυγιτών, βασιζόμενη μάλιστα στην άποψη του εφέτη που μειοψήφησε στο Συμβούλιο το οποίο αποφάσισε την παραπομπή και συνέταξε το κατηγορητήριο. Σύμφωνα μ’ αυτή την ένσταση, η Χρυσή Αυγή δεν μπορεί να δικαστεί ως εγκληματική οργάνωση, όπως ορίζει το άρθρο 187,1, διότι σύμφωνα με τη Σύμβαση του Παλέρμο, την οποία έχει υπογράψει και η χώρα μας, απαιτείται να υπάρχει οικονομικό κίνητρο.

Τι λέει η απόφαση

Ομως και γι’ αυτό το θέμα έχει αποφανθεί το δικαστήριο του 2003 και μάλιστα με μια απόφαση που έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη. Σύμφωνα με την απόφαση 3243/8.12.2003, «σκοπός κερδοσκοπικός δεν απαιτείται, όπως είναι σύνηθες στην εννοιολογική δομή των εγκληματικών οργανώσεων [βλ. Σύμβαση ΟΗΕ του Παλέρμο και Σύμβαση ΟΗΕ της Ν. Υόρκης για το οργανωμένο διασυνοριακό έγκλημα] και συνεπώς περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο και οι “ιδεολογικές” εγκληματικές οργανώσεις, έκφανση των οποίων είναι και οι “τρομοκρατικές”».

Ως «ιδεολογική» η ναζιστική οργάνωση εμπίπτει λοιπόν στην ίδια κατηγορία και ορθώς κατηγορείται με το εν λόγω άρθρο.

Μάλιστα, υπάρχουν και άλλες διατυπώσεις της ίδιας απόφασης που αποτελούν ισχυρό δεδικασμένο για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής: «Η επιδίωξη διάπραξης των εγκλημάτων αυτών πρέπει να υπάρχει, κατά την έστω και άτυπη βούληση των μετεχόντων, δεν είναι δε αναγκαίο να έχουν εξειδικευθεί οι κατ’ ιδίαν πράξεις της ομάδας ή να έχει εκδηλωθεί προς τα έξω δραστηριότητα ή και να έχει σχεδιασθεί και μια ακόμη πράξη, αλλά αρκεί η ύπαρξη της οργάνωσης με τον άνω σκοπό.

Δεν είναι αναγκαίο οι εγκληματικές αυτές πράξεις να αποτελούν τον κύριο σκοπό ή την αποκλειστική δραστηριότητα της οργάνωσης, αρκεί ακόμη και να προπαρασκευάζουν την επίτευξη του τελικού σκοπού».

Εχει ενδιαφέρον και το γεγονός ότι από το 2001, την εποχή δηλαδή που συζητιόταν στη Βουλή το άρθρο 187,1, ο μόνος που φανταζόταν ότι μπορεί να εφαρμοστεί εναντίον της Χρυσής Αυγής ήταν η ίδια η ηγεσία της οργάνωσης. Με άρθρο στην ομώνυμη εφημερίδα, η οργάνωση αναρωτιόταν «Πού στοχεύει ο νόμος; Στους τρομοκράτες ή μήπως σε κάθε πολιτικό οργανισμό που αντιτίθεται στα σχέδια της παγκοσμιοποίησης;».

Και τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονταν: «Μήπως κάποιες καθ’ όλα νόμιμες πολιτικές κινήσεις πρόκειται να βαπτιστούν ή έχουν ήδη βαπτιστεί “εγκληματικές” επειδή έτσι βολεύει το κρατούν πολιτικό σύστημα; Μήπως με τις “εγκληματικές τους πράξεις” οι πράκτορες τελικά θα βαπτίζουν εγκληματικές κάποιες καθ’ όλα νόμιμες οργανώσεις;» (23.3.2001).

Παρόμοιους φόβους εκφράζει η εφημερίδα μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους («Χρυσή Αυγή», 14.9.2001) και ενόψει διεθνών νομοθετικών πρωτοβουλιών κατά της τρομοκρατίας («Νόμος τέρας κατά της τρομοκρατίας», 15.2.2002). Αποκορύφωμα της σχετικής αρθρογραφίας, το κείμενο του ίδιου του Μιχαλολιάκου την περίοδο της δίκης της «17 Νοέμβρη», όπου ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής συγκρίνει τη δικαζόμενη οργάνωση με τη δική του και προκαλεί: «δεν μου λέτε, πού είναι οι νεκροί που έχουμε σκοτώσει;»

Τώρα πλέον γνωρίζουμε «πού είναι οι νεκροί». Και η ανάληψη της «πολιτικής ευθύνης» για τους φόνους ανοίγει τον δρόμο για την οριστική εξιχνίαση όλων των ναζιστικών εγκλημάτων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *