Δύο χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα

mnhmeio_fyssa(Κείμενο: Θανάσης Καμπαγιάννης, Σοσιαλισμός από τα Κάτω, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2015)

Στις 18 Σεπτέμβρη 2015 κλείνουν δύο χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι από τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής. Η αντιφασιστική έκρηξη που ακολούθησε τη δολοφονία είχε καταλυτικές συνέπειες στις πολιτικές εξελίξεις: η κυβέρνηση Σαμαρά αναγκάστηκε να δώσει στη δικαστική εξουσία το σήμα της ποινικής δίωξης της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης. Το μνημονιακό μέτωπο ΝΔ και ΠΑΣΟΚ θυσίασε το πολύτιμο – αν και αποκρουστικό – “μαύρο δεκανίκι” του, λίγους μήνες αφού το “ροζ δεκανίκι”, η ΔΗΜΑΡ, αποχώρησε απο την κυβέρνηση μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ. Ήταν τα πολιτικά προεόρτια της κατάρρευσης τής κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου έναν χρόνο μετά και της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.

Τι ήταν όμως η δολοφονία του Παύλου Φύσσα; Στο ερώτημα αυτό έχουν δοθεί πολλές απαντήσεις, από δεξιά και αριστερά. Τα κυρίαρχα ΜΜΕ κάνανε αρχικά την απέλπιδα προσπάθεια να παρουσιάσουν τη δολοφονία σαν έναν τυχαίο “καβγά για το ποδόσφαιρο”. Αλλά πολύ γρήγορα, υπό το βάρος των μαρτυριών και των αποκαλύψεων, η εμπλοκή των νεοναζί της Χρυσής Αυγής δεν μπόρεσε να κουκουλωθεί. Οι ίδιοι οι φασίστες επιχείρησαν να παρουσιάσουν τη δολοφονία σαν ένα “μεμονωμένο περιστατικό”, προωθώντας ταυτόχρονα το σενάριο μιας “προβοκάτσιας”: ο βουλευτής Πάτρας της Χρυσής Αυγής Αρβανίτης, πρώην συνήγορος του Καλαμπόκα στη δίκη για τη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα το 1991, αποκάλεσε τον Ρουπακιά “πράκτορα του ΚΚΕ” που έδρασε κατόπιν σχεδίου για την ενοχοποίηση της Χρυσής Αυγής.

Οι θεωρίες της προβοκάτσιας βρήκαν έναν αναπάντεχο σύμμαχο σε ορισμένους αναλυτές της Αριστεράς, αλλά και σε αντιεξουσιαστικούς κύκλους: η δολοφονία Φύσσα ήταν γι΄αυτούς ένα κρατικό σχέδιο με στόχο το χτύπημα των “δύο άκρων”, αρχικά της Χρυσής Αυγής (που “έπαιρνε ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία”) και στη συνέχεια του κινήματος και της Αριστεράς. Οι θεωρίες αυτές ξεκινούσαν με την αγαθή πρόθεση να συνδέσουν το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, το κράτος και τους μηχανισμούς του με τη δολοφονία Φύσσα, κατέληγαν ωστόσο να δίνουν συγχωροχάρτι στην ηγεσία της Χρυσής Αυγής, η οποία καθόλου τυχαία τις άρπαξε και τις πρόβαλλε λαίμαργα. Τι ήταν λοιπόν η δολοφονία Φύσσα; Ένα τυχαίο περιστατικό; Ένα σχέδιο της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής; Μήπως μια υπερβολή της; Υπάρχει σύνδεση της δολοφονίας με το πολιτικό σύστημα και τους κρατικούς μηχανισμούς και – αν ναι – τι είδους;

Ο κρίσιμος ρόλος των ταγμάτων εφόδου

Η δολοφονία Φύσσα ήταν κομμάτι της δράσης των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής, όπως αποκαλούνται συνήθως τα σώματα ασφάλειας που διέθεταν οι τοπικές οργανώσεις της ναζιστικής συμμορίας. Αντίθετα με τους εκ των υστέρων ισχυρισμούς των κατηγορούμενων ηγετών της, τα τάγματα εφόδου δεν ήταν κάποιοι “θερμόαιμοι οπαδοί” της Χρυσής Αυγής ούτε μεμονωμένη πρωτοβουλία κάποιας τοπικής οργάνωσης. Για μια νεοναζιστική οργάνωση σαν τη Χρυσή Αυγή, η οικοδόμηση ταγμάτων εφόδου, κατά το μοντέλο του αρχετυπικού ναζιστικού κόμματος, αποτελεί την πεμπτουσία του πολιτικού της σχεδίου, που τη διαφοροποιεί από οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, έστω και ακραία συντηρητικό.

Στην περίπτωση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, οι δράστες κλήθηκαν με sms στις 23:28 της 17/09/2013 (βράδυ Τρίτης) από τον υπεύθυνο της τοπικής της Νίκαιας, τον Πατέλη, μέσω του κινητού τηλεφώνου της οργάνωσης.1 Οι αποδέκτες του μηνύματος δεν ήταν τυχαίοι: ήταν όλοι τους μέλη της “Ασφάλειας” της τοπικής οργάνωσης. Η Ασφάλεια ήταν μια μόνιμη παραστρατιωτική δομή, με δεδομένη σύνθεση, στολές, ιεραρχία, οπλισμό, εκπαίδευση, ασύρματους, αναφορές και κανόνες συνωμοτικότητας. Το σώμα Ασφάλειας της Νίκαιας ήταν το καλύτερα οργανωμένο ανάλογο τάγμα της Χρυσής Αυγής, γι’ αυτο και χρησιμοποιούταν σαν “μπαλαντέρ” (όπως το είχε αποκαλέσει ο Παναγιώταρος) σε αποστολές σε όλη την Ελλάδα (εγκαίνεια γραφείων, εξορμήσεις, επιθέσεις, κλπ).

Το τάγμα Ασφάλειας της Νίκαιας συγκροτήθηκε εντός είκοσι λεπτών (μεχρι τις 23:50) στα γραφεία της οργάνωσης στην Καισαρείας, εξοπλίστηκε με κλομπς, σιδερογροθιές και μαχαίρια, πληροφορήθηκε τον στόχο της επίθεσης κατόπιν ενημέρωσης από μέλη της Ασφάλειας που βρίσκονταν ήδη στο καφενείο Κοράλλι στο Κερατσίνι και ξεκίνησε με πομπή μηχανών και αυτοκινήτων προς τον προορισμό του. Μέσα σε 15 λεπτά, μέχρι τις 00:05, ο Φύσσας κείτονταν μαχαιρωμένος τρεις φορές από έναν άνδρα του τάγματος, τον Ρουπακιά, που ήταν μέλος του πενταμελούς συντονιστικού οργάνου της τοπικής της Νίκαιας. Στο τάγμα συμμετείχαν επίσης δύο τουλάχιστον στελέχη μισθοδοτούμενα από τη Χρυσή Αυγή, ο υπεύθυνος της τοπικής Πατέλης και ο υπεύθυνος της “Ασφάλειας” Καζαντζόγλου. Η δολοφονία έγινε μέσα σε κύκλο δεκάδων Χρυσαυγιτών που ενίσχυαν τον Ρουπακιά, κάποιοι από αυτούς κρατώντας τον Φύσσα, με παρόντες οκτώ τουλάχιστον οπλισμένους αστυνομικούς που ποτέ δεν επενέβησαν, ενώ δεκάδες άνθρωποι παρακολούθησαν έντρομοι τη δολοφονία, είτε από τους γύρω δρόμους είτε από τα μπαλκόνια τους.2 Σε μια τραγική επιβεβαίωση ενός στίχου του Φύσσα, ο θάνατός του επήλθε “σε δημόσια θέα”.3 Ο στόχος της επίθεσης, εξάλλου, ήταν ακριβώς να σπείρει τον τρόμο.

Έχοντας καθαρή αυτή την εικόνα (που αποδεικνύεται ακράδαντα από τα στοιχεία της ανάκρισης), μπορούμε τώρα να θέσουμε τα βασικά ερωτήματα: πώς κατέστη εφικτή η δολοφονία του Παύλου Φύσσα; Και ποιοί ευθύνονται γι’ αυτήν, εκτός από τη δεδομένη ευθύνη των φυσικών αυτουργών;

Οι πλάτες της Χρυσής Αυγής σε κράτος, κεφάλαιο και πολιτικό σύστημα

Οι σχέσεις των φασιστών με τους κρατικούς μηχανισμούς και το σύστημα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας είναι ιστορικά αποδεδειγμένες.4 Δεν θα επιμείνουμε ωστόσο εδώ σε μια ιστορική αναδρομή των σχέσεων αυτών ούτε όσον αφορά τα φασιστικά κόμματα του παρελθόντος ούτε όσον αφορά την ίδια τη Χρυσή Αυγή. Είναι εξάλλου πασίγνωστο ότι η Χρυσή Αυγή είναι μια οργάνωση με στενούς δεσμούς με τους κρατικούς μηχανισμούς και τις μυστικές υπηρεσίες, που απολάμβανε την εύνοια ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων (ένα μόνο παράδειγμα: τα συνέδρια της Χρυσής Αυγής στο ξενοδοχείο Κάραβελ ήταν πάντοτε μια ευγενική “χορηγία” της εφοπλιστικής οικογένειας Θεοδωρακόπουλου) και την πολιτική στήριξη της παραδοσιακής Δεξιάς (οι καταγγελίες δύο πρώην υπαρχηγών της οργάνωσης, του Κουσουμβρή και του Ζαφειρόπουλου, ότι τα φυλλάδια της οργάνωσης τυπώνονταν με έξοδα της Νέας Δημοκρατίας δεν έχουν διαψευστεί ποτέ). Ωστόσο, αν μιλάμε για την περίοδο 2012-2013, την περίοδο δηλαδή που η Χρυσή Αυγη οικοδόμησε τα τάγματα εφόδου σαν κι αυτό που δολοφόνησε τον Παύλο Φύσσα, τα πράγματα είναι πιο συγκεκριμένα.

Όσον αφορά το κράτος, τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγης δρούσαν στην κυριολεξία κάτω από τις φτερούγες της κρατικής προστασίας της Ελληνικής Αστυνομίας.5 Το πείραμα ξεκίνησε στο κέντρο της Αθήνας, στον Άγιο Παντελεήμονα, μετά το 2008, όπου οι ανάγκες αστυνόμευσης της περιοχής σήμαναν τη δράση περιπολούντων σωμάτων της Χρυσής Αυγής ως συμπληρωματικής δύναμης στο τοπικό αστυνομικό τμήμα.6 Αλλά, η γενίκευση αυτής της εμπειρίας ήρθε με την κλιμάκωση του κρατικού ρατσισμού κατά των μεταναστών, και ιδίως με την έναρξη του “Ξένιου Δία” από τον Δένδια τον Αύγουστο του 2012. Στον ομολογημένο στόχο του Αρχηγείου της ΕΛΑΣ “να γίνει η ζωή των μεταναστών κόλαση” (προφανώς για να εγκαταλείψουν την ελληνική επικράτεια), τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής ήταν μια φίλια, σύμμαχη προς την Αστυνομία δύναμη.

Η πολιτική αυτή, που εκφράστηκε πιο κραυγαλέα με την ανοιχτή συνεργασία των Διοικητών των Αστυνομικών Τμημάτων του Αγίου Παντελεήμονα και της Νίκαιας Σκάρα και Γιοβανίδη με τις αντίστοιχες οργανώσεις της Χρυσής Αυγής, έχει μια μακρά ιστορία στη διαδρομή του ελληνικού κράτους: πηγαίνει πίσω στη μετεμφυλιακή περίοδο και τη δράση παρακρατικών σωμάτων “ιδιωτών” που συνέδραμαν τη Χωροφυλακή σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Ένα τέτοιο σώμα ήταν ο “Σύνδεσμος” (γνωστός ως “Καρφίτσα”) του πρώην δοσίλογου Γιοσμά στη Θεσσαλονίκη, η οργάνωση που ευθύνεται για τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη.7 Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο Ρουπακιάς απευθύνθηκε στους αστυνομικούς που τον προσήγαγαν στο ΑΤ Κερατσινίου λίγο μετά τη δολοφονία Φύσσα με τη φράση: “Είμαι δικός σας, είμαι στη Χρυσή Αυγή”.

Όσον αφορά το κεφάλαιο, η Χρυσή Αυγή κατόρθωσε το 2013 να ανεβάσει σε ένα ανώτερο ποιοτικά επίπεδο τη συνεργασία της με επιχειρηματικούς κύκλους. Από τη μίσθωση των ταγμάτων εφόδου από εμπόρους και καταστηματάρχες για το “καθάρισμα” μιας περιοχής από μετανάστες ή για τον έλεγχο της αγοράς εργασίας με όρους εθνικής προτίμησης (επιδρομές σε λαϊκές, επιθέσεις σε καταστήματα μεταναστών, κλπ), η Χρυσή Αυγή έβαλε πλώρη για την εκτέλεση του σημαντικότερου συμβολαίου στην ιστορία της: τη δημιουργία για λογαριασμό των εφοπλιστών ενός φιλοεργοδοτικού “κίτρινου” σωματείου στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη με σκοπό το σπάσιμο των συλλογικών συμβάσεων, τη μείωση του εργατικού κόστους και την επίτευξη “εργασιακής ειρήνης”. Το εμπόδιο στο σχέδιο αυτό ήταν προφανές και ήταν τα υπάρχοντα σωματεία της Ζώνης που πρόσκεινται στο ΠΑΜΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι, λίγες μέρες μετά την επίθεση στα μέλη του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ στο Πέραμα (12/09/2013) και μία μέρα μετά τη δολοφονία Φύσσα στο Κερατσίνι, η πλειοψηφία των χρυσαυγιτών-μελών του νέου “σωματείου” προσλήφθηκαν από εταιρεία συμφερόντων του προέδρου της Ένωσης Ναυπηγοεπισκευαστών Πειραιά.

Οι διασυνδέσεις αυτές με κρατικούς μηχανισμούς και εργοδότες συμπυκνώνονταν πολιτικά στη σχέση που απολάμβανε η Χρυσή Αυγή με τα ψηλότερα πατώματα της κυβέρνησης Σαμαρά, με το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου, στο πρόσωπο του γενικού γραμματέα της κυβέρνησης Τάκη Μπαλτάκου. Παλιός ακροδεξιός ο ίδιος, ο Μπαλτάκος προσέφερε στη Χρυσή Αυγή υψηλή πολιτική προστασία και λειτουργούσε ως ανάχωμα απέναντι σε στελέχη του ηγετικού κύκλου της Νέας Δημοκρατίας που ζητούσαν μια πιο επιθετική πολιτική κατά της Χρυσής Αυγής.9 Η σχέση αυτή δεν μπορούσε παρά να είναι “μυστική” για το συμφέρον και των δύο μερών: η Χρυσή Αυγή έπρεπε να προβάλλει ως αντισυστημική και άρα αντίθετη προς τη Νέα Δημοκρατία, την ίδια στιγμή που η δράση της προσέφερε στην κυβέρνηση τη νομιμοποίηση του “κέντρου” απέναντι στα “δύο άκρα”, τη Χρυσή Αυγή και τον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, η σχέση ήταν αδιαμφισβήτητη: υπουργοί της ΔΗΜΑΡ έχουν δημοσιοποιήσει τις απειλές του Μαξίμου ότι σε περίπτωση αποχώρησής τους από την κυβέρνηση, υπήρχε πάντα το σενάριο μιας συνεργασίας με τη Χρυσή Αυγή (ή έστω με μια “σοβαρή” εκδοχή της).

Χωρίς αυτές τις σχέσεις της Χρυσής Αυγής με το κράτος, ισχυρούς επιχειρηματικούς κύκλους και το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, τα τάγματα εφόδου δεν θα μπορούσαν να δρουν, ούτε βέβαια να δολοφονήσουν τον Παύλο Φύσσα. Ωστόσο, η δολοφονία Φύσσα δεν ήταν απλώς η έκφραση της σχέσης υπαλληλίας των νεοναζί με τα αφεντικά τους: τον Σεπτέμβρη του 2013, η ηγεσία της Χρυσής Αυγής ξετύλιξε τη δική της, αυτόνομη, πολιτική στρατηγική

Το πολιτικό σχέδιο του “Ελληνικού Σεπτέμβρη”

Σε αντίθεση με τις ιδεολογικές αναλύσεις που αντιμετωπίζουν τον φασισμό αποκλειστικά ως “το μακρύ χέρι του κράτους και του κεφάλαιου”, το φασιστικό κόμμα δεν είναι απλώς “παρακράτος”: έχει το δικό του πολιτικό σχέδιο που υπερβαίνει τη θέληση των πολιτικά και οικονομικά κυρίαρχων. Αυτό ακριβώς συνέβη τον Σεπτέμβρη του 2013: σε μια μακρόσυρτη περίοδο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, με την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ αδυνατισμένη και αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα δυσαρέσκειας και εργατικών αγώνων, η Χρυσή Αυγή αποφάσισε να διεκδικήσει έναν αναβαθμισμένο πολιτικό ρόλο, στόχος που περνούσε μέσα από την κλιμάκωση των βίαιων ενεργειών της οργάνωσης. Το σχέδιο ενός “Ελληνικού Σεπτέμβρη” (όπως το βάφτισε ένα παλιό στέλεχος της ελληνικής ακροδεξιάς), κομμάτι του οποίου ήταν και η τρομοκράτηση στις γειτονιές της Β’ Πειραιά, ήταν απόλυτα οργανωμένο και κεντρικά καθοδηγημένο, όπως και τα πάντα στη δράση της Χρυσής Αυγής

Το σχέδιο περιλάμβανε το άνοιγμα του κύκλου των θυμάτων της φασιστικής βίας: αντί για αλλοεθνείς μετανάστες σαν τον Αιγύπτιο Αμπουζίντ Εμπάρακ και τον Πακιστανό Σαχζάτ Λουκμάν, οι επιθέσεις τώρα θα είχαν θύματα ντόπιους συνδικαλιστές και αντιφασίστες, σαν τον Σωτήρη Πουλικόγιαννη και τον Παύλο Φύσσα. Σε επίπεδο συμβολισμού, η Χρυσή Αυγή επέλεξε να αμφισβητήσει ακόμα και την ηγεμονία της παραδοσιακής Δεξιάς στις ετήσιες γιορτές μίσους στο Βίτσι και στο Μελιγαλά. Η διαδοχή των γεγονότων και η ενορχήστρωσή τους από τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τον κεντρικό σχεδιασμό.

Στη 1 Σεπτέμβρη, ένστολοι της Χρυσής Αυγής υπό την καθοδήγηση του Παναγιώταρου εκδιώκουν τη βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας από την εξέδρα του “μνημόσυνου” στο Βίτσι. Στις 12 Σεπτέμβρη, τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής, με εντολή του Λαγού, επιτίθεται με δολοφονική μανία στα μέλη του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ στο Πέραμα, σπάζοντας το κεφάλι του προέδρου των Σωματείων της Ζώνης Σωτήρη Πουλικόγιαννη. Στις 15 Σεπτέμβρη, η Χρυσή Αυγή, σε πλήρη στρατιωτική παράταξη και περιβολή, εκδιώκει τα στελέχη της Δεξιάς από το “μνημόσυνο” του Μελιγαλά και αναλαμβάνει τη διεξαγωγή του: υπό την καθοδήγηση του Κασιδιάρη, οι Λαγός και Γερμενής ξυλοκοπούν στελέχη άλλων ακροδεξιών οργανώσεων (τον πρόεδρο της νεολαίας του ΛΑΟΣ και τον πρόεδρο του Πατριωτικού Συλλόγου Λάρισας). Στις 17 Σεπτέμβρη, η Ασφάλεια της Νίκαιας εξορμά με δολοφονικό μένος εναντίον της παρέας του Παύλου Φύσσα, γνωστού στην περιοχή για τους αντιφασιστικούς στίχους των τραγουδιών του.

Οι δράστες της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα είχαν εκπαιδευτεί για να πραγματοποιούν επιθέσεις σαν κι αυτή της 17ης προς 18η Σεπτεμβρίου. Είχαν απόλυτη συνείδηση της ασυλίας που απολάμβαναν από τις διωκτικές αρχές: η ίδια η εμπειρία του “Ελληνικού Σεπτέμβρη” τούς προσέφερε την απόδειξη ότι οι βίαιες ενέργειες της Χρυσής Αυγής, είτε κατά των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ είτε κατά παραγόντων της Δεξιάς, παρέμεναν ατιμώρητες (εξάλλου, η Ασφάλεια της Νίκαιας ήταν παρούσα όταν βουλευτές της οργάνωσης ξυλοκοπούσαν τους αντιπάλους τους στον Μελιγαλά). Ωστόσο, ο αποφασιστικός παράγοντας για τη δολοφονία Φύσσα ήταν η εντολή που έδωσαν στα γραφεία της οργάνωσης οι Πατέλης και Καζαντζόγλου, υπό την καθοδήγηση του Λαγού. Σε μια οργάνωση που λειτουργεί με την αρχή του “FührerPrinzip” (την “Αρχή του Αρχηγού”), η παραβίαση εντολής που δίνεται από ιεραρχικά ανώτερο όργανο συνιστά ανυπακοή στον ίδιο τον “Αρχηγό” της οργάνωσης.10 Γι’ αυτο και το τάγμα Ασφάλειας της Νίκαιας είχε απόλυτη συναίσθηση, την ώρα που κατευθυνόταν στο Κοράλλι, ότι υλοποιούσε την εντολή του Φύρερ της οργάνωσης Νίκου Μιχαλολιάκου. Και αυτή την εντολή εκτέλεσε, δολοφονώντας τον Παύλο Φύσσα.

Ένα σχέδιο που σκόνταψε σε προσωπικές και συλλογικές αντιστάσεις

Κι όμως το σχέδιο της κλιμάκωσης της βίας της Χρυσής Αυγής και της αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου απέτυχε. Αντί για ένα βήμα πιο κοντά στην εξουσία, η ηγεσία της Χρυσής Αυγής βρέθηκε πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Ο Μιχαλολιάκος έχει και άλλες φορές βρεθεί αντιμέτωπος με εγκληματικές ενέργειες μελών του που τον “εξέθεσαν” (η σημαντικότερη τέτοια στιγμή ήταν μετά την απόπειρα ανθρωποκτονίας του Δημήτρη Κουσουρή από τάγμα εφόδου της οργάνωσης υπό την καθοδήγηση του υπαρχηγού της Περίανδρου Ανδρουτσόπουλου). Χρησιμοποίησε λοιπόν μια δοκιμασμένη μέθοδο: “καταδίκασε” τη δολοφονία, δήλωσε άγνοια για τον Ρουπακιά τον οποίο βάφτισε “περαστικό” από την οργάνωση, χαρακτήρισε “πολιτική δίωξη ενός νόμιμου πολιτικού κόμματος” την έναρξη της ποινικής δίωξης για την εγκληματική οργάνωση. Όμως, τώρα, η μέθοδος αυτή απέτυχε.

Χρειάζεται να είμαστε καθαροί ότι ήταν η αντίσταση από τα κάτω αυτή που καθόρισε την ήττα του σχεδίου των νεοναζί. Πρώτα και κύρια, δεν μπορούμε να προσπεράσουμε την αντίσταση του ίδιου του Παύλου Φύσσα στη φασιστική επιδρομή. Ο Φύσσας αντιστάθηκε, αν και άοπλος, στο τάγμα εφόδου που του επιτέθηκε, με σκοπό να προστατέψει τους φίλους του, αλλά και να κρατήσει ελεύθερο το έδαφος της γειτονιάς στην οποία μεγάλωσε. Αρνήθηκε να το βάλει στα πόδια, χωρίς αυτό να έχει να κάνει με κάποιον αντιφασιστικό ηρωισμό: η προσωπική και η πολιτική του στάση, όπως την περιγράφουν οι φίλοι του και την αναδεικνύουν οι στίχοι των τραγουδιών του, ήταν περισσότερο μια στάση κοινωνικής αλληλεγγύης στους συνανθρώπους του, παρά κάποια ολοκληρωμένη αριστερή ή αναρχική ιδεολογία.11 Ήταν αυτή η στάση που καθόρισε ότι η δολοφονία δεν έγινε σε καποιο σκοτεινό στενό δρομάκι, αλλά στη δημόσια θέα της Παναγή Τσαλδάρη. Και ήταν ο ίδιος που πέτυχε, λίγο πριν ξεψυχήσει, να συλληφθεί ο Ρουπακιάς από τους κατά τα άλλα αμέτοχους αστυνομικούς, τη στιγμή που ο δράστης επιχειρούσε να διαφύγει μπαίνοντας στο αυτοκίνητό του.

Ο στόχος της φασιστικής επιδρομής στο Κερατσίνι ήταν να σπείρει τον τρόμο στις εργατογειτονιές του Πειραιά και να κατοχυρώσει την κυριαρχία της Χρυσής Αυγής. Όμως η δολοφονία γύρισε μπούμερανγκ. Αντί για τρόμος, αυτό που προκλήθηκε ήταν ένας συγκλονιστικός αντιφασιστικός ξεσηκωμός, στο ίδιο το Κερατσίνι την επομένη της δολοφονίας, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Η πλειοψηφική αυτή αντιφασιστική πλημμυρίδα πάτησε πάνω στις εμπειρίες και τα προχωρήματα του αντιφασιστικού κινήματος που είχε συγκρουστεί με τη Χρυσή Αυγή τους προηγούμενους 15 μήνες κατά τους οποίους αυτή βρισκόταν στη Βουλή. Τα τάγματα εφόδου είχαν αποτύχει να ελέγξουν τις γειτονιές και τους δρόμους πριν ακόμα τη δολοφονία του Φύσσα, ως αποτέλεσμα εκατοντάδων αντιφασιστικών συγκεντρώσεων και δράσεων ενος κινήματος που αναπτύχθηκε ραγδαία το 2012-2013. Είναι ακόμα αξιοσημείωτο ότι ο αντιφασιστικός ξεσηκωμός μετά τη δολοφονία Φύσσα πάτησε πάνω στις εργατικές κινητοποιήσεις και τις απεργίες που ήταν σε εξέλιξη, με κορυφαία την απεργία διαρκείας των καθηγητών.

Η αντιφασιστική έκρηξη μετά τη δολοφονία Φύσσα δημιούργησε ένα οξύ δίλημμα στην κυβέρνηση, που βρέθηκε αντιμέτωπη με τον κίνδυνο ενός νέου Δεκέμβρη του 2008. Αν η κάλυψη που παρείχε το κράτος και το πολιτικό σύστημα στη Χρυση Αυγή δεν σταματούσε (έστω προσωρινά), η Νέα Δημοκρατία διακινδύνευε την ίδια την σταθερότητα της κυβέρνησής της. Γι’ αυτό και ο Δένδιας αναγκάστηκε να στείλει τον κατάλογο με τα “32 περιστατικά” στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε προκαταρκτική εξέταση για να διερευνήσει την ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης. Μπορεί ο Σαμαράς να επιχείρησε στη συνέχεια να υποδυθεί τον “διώκτη” του ναζισμού, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση και το κράτος έδωσαν στην ηγεσία της Χρυσής Αυγής 10 πολύτιμες μέρες, από τις 18 μέχρι τις 28 Σεπτέμβρη, για να εξαφανίσει κάθε ενοχοποιητικό στοιχείο και να οργανώσει την άμυνά της. Στη διάρκεια αυτών των ημερών, ο γενικός γραμματέας της κυβέρνησης επιχείρησε ανεπιτυχώς να σαμποτάρει την ποινική δίωξη: σύμφωνα με άρθρο της – πάντα ενημερωμένης σε τέτοια θέματα – Καθημερινής στην επέτειο του ενός χρόνου από τις συλλήψεις: “ένας δικηγόρος – στενός συνεργάτης του Μπαλτάκου – βρισκόταν ημέρα και νύχτα στην Ευελπίδων προσπαθώντας να εκμαιεύσει πληροφορίες για την εξέλιξη της ανάκρισης”.12 Τα αντιφατικά μηνύματα που έστελναν στη δικαστική εξουσία κυβερνητικοί υπουργοί και Μαξίμου δεν ήταν άσχετα με την απόφαση μη-προφυλάκισης των Κασιδιάρη, Παναγιώταρου και Μίχου.

Ωστόσο, η επιμονή της αντιφασιστικής έκρηξης που εκφράστηκε με τη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Σεπτεμβρίου στα γραφεία της “Κεντρικής Διοίκησης” της Χρυσής Αυγής στη Μεσογείων (με την ηγεσία μάλιστα του ΣΥΡΙΖΑ να αποτυγχάνει να ελέγξει τους συγκεντρωμένους σε μια “άκακη” συναυλία στο Σύνταγμα) καθόρισε την οριστικοποίηση της έναρξης της ποινικής δίωξης. Στις 28 Σεπτέμβρη η ηγεσία της Χρυσής Αυγής συλλαμβάνεται, ενώ τις επόμενες μέρες συλλαμβάνονται τα μέλη της Ασφάλειας της Νίκαιας που συμμετείχαν στη δολοφονία Φύσσα. Παράλληλα, συλλαμβάνονται οι δράστες της επίθεσης στο ΠΑΜΕ (που ακόμα παρέμεναν ελεύθεροι!) και συσχετίζονται υποθέσεις, όπως αυτή της επίθεσης στους Αιγύπτιους αλιεργάτες τον Ιούνη του 2012 που πλέον χαρακτηρίζεται ως απόπειρα ανθρωποκτονίας.

Δικαιοσύνη για τα θύματα της Χρυσής Αυγής

Από τις 20 Απρίλη του 2015, διεξάγεται ενώπιον του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων η δίκη της Χρυσής Αυγής. Εκτός από την δολοφονία του Παύλου Φύσσα, συνεκδικάζονται οι απόπειρες ανθρωποκτονίας των Αιγύπτιων ψαράδων και των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ, μαζί με την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης, η διεύθυνση της οποίας βαρύνει τους 18 βουλευτές της προηγούμενης κοινοβουλευτικής της ομάδας (στην ουσία όλον τον ηγετικό πυρήνα).

Το αν θα καταδικαστούν οι 69 κατηγορούμενοι που κάθονται στο εδώλιο του δικαστηρίου δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό της δικαστικής αίθουσας. Βεβαίως, το ανακριτικό υλικό είναι συντριπτικό και, στο μέτρο που αυτό θα αποτελέσει τον αποκλειστικό παράγοντα σχηματισμού της δικαστικής κρίσης, η καταδίκη των κατηγορούμενων θα είναι βαριά. Ωστόσο, όπως γνωρίζουμε από ανάλογες δίκες του παρελθόντος, οι κρατικοί μηχανισμοί ξέρουν να ευνοούν παρακρατικούς και φασίστες εγκληματίες, συνήθως καταδικάζοντας κάποιους φυσικούς αυτουργούς, ρίχνοντας στα μαλακά τους ηθικούς αυτουργούς και πάντοτε αποκρύπτοντας τους δεσμούς των εγκληματιών με τους κρατικούς αξιωματούχους που συγκάλυπταν τη δράση τους.

Έχοντας αυτή την ιστορική εμπειρία, το αντιφασιστικό κίνημα πρέπει να αναπτύξει τη δράση του τόσο μέσα στη δίκη όσο και έξω από αυτήν. Η καταδίκη των φασιστών περνάει μέσα από τη διαρκή παρουσία του αντιφασιστικού κινήματος στο δικαστήριο, τη στήριξη των θυμάτων και της πολιτικής αγωγής, την εξασφάλιση της δημοσιότητας με τη μεταφορά της αίθουσας από τις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού στο Εφετείο, τη διεύρυνση του μετώπου των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που ζητάνε την καταδίκη των νεοναζί. Η πανελλαδική καμπάνια που διεξάγει η ΚΕΕΡΦΑ έχει ήδη ανοίξει το δρόμο σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Επειδή ακριβώς οι φασίστες διαισθάνονται το συντριπτικό βάρος των αποδείξεων της εγκληματικής τους δράσης, έχουν μεταφέρει όλες τις ελπίδες για τη διαφυγή τους έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου. Η επιδιωκόμενη επανανομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής έχει συγκεκριμένα πεδία: αξιοποίηση της κοινοβουλευτικής τους παρουσίας και της αποδοχής της από τα κόμματα του “συνταγματικού τόξου”, “αντιμνημονιακός” λόγος μετά την υπογραφή συμφωνίας από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αναπαραγωγή του θεσμικού ρατσισμού με αφορμή το νέο προσφυγικό ρεύμα, επιδίωξη διατήρησης και διεύρυνσης του εκλογικού της ακροατηρίου.

Το αντιφασιστικό κίνημα πρέπει να αντιτάξει μια διαρκή και στοχοπροσηλωμένη εκστρατεία σε όλα τα επίπεδα, ώστε να αποτρέψει την επανανομιμοποίηση των νεοναζί: πρωτοβουλίες για την ανάδειξη του εγκληματικού χαρακτήρα της ναζιστικής συμμορίας πίσω από τη θεσμική βιτρίνα του “νόμιμου πολιτικού κόμματος”, ξεσκέπασμα της ψεύτικης αντισυστημικής της ρητορικής, αντιρατσιστικές αιχμές και πρωτοβουλίες που θα αποκαθιστούν την ενότητα της εργατικής τάξης, αποκλεισμός κάθε δημόσιου χώρου για τους φασίστες (ιδίως με αφορμή τις εκλογές) μέσα από μαζικές αντιφασιστικές κινητοποιήσεις. Μόνο με μια τέτοια εκστρατεία, θα αποκλειστεί κάθε δυνατότητα της Χρυσής Αυγής να παίξει ρόλο στις επόμενες φάσεις της οικονομικής και πολιτικής κρίσης και να ξαναθέσει σε λειτουργία τα τάγματα εφόδου που έχουν λουφάξει μετά τον Σεπτέμβρη του 2013.

Τα θύματα της Χρυσής Αυγής, η οικογένεια του Παύλου Φύσσα (που καλείται επιτέλους να καταθέσει αυτές τις βδομάδες ενώπιον του Δικαστηρίου), οι Αιγύπτιοι ψαράδες, οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ αλλά και εκατοντάδες άλλοι που χτυπήθηκαν από τα τάγματα εφόδου, δικαιούνται να πάρουν δικαιοσύνη για τις επιθέσεις που υπέστησαν και για τους ανθρώπους που έχασαν. Μόνο που η δικαιοσύνη αυτή δεν θα είναι στην περίπτωσή τους εύκολη: γιατί δράστες των συγκεκριμένων επιθέσεων δεν ήταν κάποια μεμονωμένα άτομα, αλλά μια ναζιστική εγκληματική οργάνωση με ισχυρές πλάτες στους κρατικούς μηχανισμούς και στο σύστημα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Θα είναι ένας δύσβατος δρόμος η επίτευξη της δικαιοσύνης. Ας προσπαθήσουμε να τον διαβούμε με την αποφασιστικότητα και το θάρρος που επέδειξε ο Παύλος Φύσσας το βράδυ της 17ης προς 18η Σεπτέμβρη 2013, όρθιος απέναντι σε μια αγέλη νεοναζιστών δολοφόνων.

Σημειώσεις

1. To sms έγραφε: “Όλοι τώρα στην Τοπική. Όσοι είσαστε κοντά. Δεν θα περιμένουμε μακρινούς. Τώρα”. Αναφέρεται στο: Υπόμνημα της πολιτικής αγωγής του αντιφασιστικού κινήματος στη δίκη της Χρυσής Αυγής, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2015, σελ. 87.
2. Αναλυτικότερα για τη δολοφονία Φύσσα, βλ.
Υπόμνημα, ο.π., σελ. 84-94.
3.
“Μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθαίνεις/ όμορφα και όρθιος σε δημόσια θέα”, στο:Killah P, Ζόρια, tinyurl.com/oxnnzts
4. Μια καλή αφετηρία στο:
Robert Paxton, Η ανατομία του φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2006.
5. Για τις σχέσεις ΕΛΑΣ-Χρυσής Αυγής και τις προσπάθειες συγκάλυψής τους, βλ.: Πρωτοβουλία για την Πολιτική Αγωγή του Αντιφασιστικού Κινήματος,
Η ναζιστική εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, JailGoldenDawn, Αθήνα 2015, σελ. 215-226.
6. Βλ. σχετικά το:
Τάσος Κωστόπουλος, Ο νεοναζισμός ως εγχείρημα αντιεξέγερσης: το ‘βαθύ κράτος’ και η άνοδος της Χρυσής Αυγής, Αρχειοτάξιο, τχ. 16, Νοέμβριος 2014.
7. Για τα σχετικά με τη δολοφονία Λαμπράκη, βλ. Στράτος Δορδανάς, Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη, Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974, Εστία, Αθήνα 2011, σελ. 285-351.
8. Αναλυτικότερα για την επίθεση στο ΠΑΜΕ, βλ.
Υπόμνημα, ο.π., σελ. 80-84.
9. Βλ.
: Δημήτρης Ψαρράς, “Ανοιχτή γραμμή Μαξίμου και Χρυσής Αυγής”, ΕφΣυν, 18/09/2014, tinyurl.com/olk7p3d.
10. Για την “Αρχή του Αρχηγού” και το πρωτότυπο Καταστατικό της Χρυσής Αυγής, βλ.:
Η ναζιστική εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, ο.π., σελ. 5-25.
11.
Όπως το έλεγε ο ίδιος: “γάμα τες επιτέλους τις επαναστάσεις/ μιλάμε μόνο για προσωπικές αντιστάσεις”, στο: Killah P, Για το καλό μου, tinyurl.com/nf4uvll.
12. Μαριάννα Κακαουνάκη,
Η νύχτα των μεγάλων συλλήψεων της Χρυσής Αυγής”, Καθημερινή, 21/09/2014, tinyurl.com/ng7nwnl.

One thought on “Δύο χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα

  1. Pingback: Δύο χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα | Golden Dawn Watch

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *