Βροχή «ομαδικών» ενστάσεων

dikh_korydallos Υποβλήθηκε ένσταση για ακυρότητα των εντολών της άρσης απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ακόμα και στην περίπτωση της δολοφονίας Φύσσα | EUROKINISSI / ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ.

(Κείμενο: Μαρία Δήμα, Άντα Ψαρρά, ΕφΣυν, 17/07/2015)

Mε την έναρξη της χθεσινής συνεδρίασης για την υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής, η πρόεδρος Μαρία Λεπενιώτη έδωσε τη σολομώντεια λύση στο σοβαρό ζήτημα που δημιουργήθηκε με την απόφαση του συνηγόρου Σωτηρόπουλου να αποσύρει τον έγγραφο ισχυρισμό του.

Αυτό έγινε, μάλιστα, αφού είχε αγορεύσει κι ενώ κατευθύνθηκε προς την έδρα για να παραδώσει το έγγραφο. Τότε τον εγκάλεσαν οι άλλοι συνήγοροι της υπεράσπισης και συγκεκριμένα οι συνήγοροι Μιχαλολιάκου, ενώ ζητήθηκε η ολιγόλεπτη διακοπή που κατέληξε στην ανάκληση του εγγράφου. Χθες το πρωί η πρόεδρος επανέλαβε ωστόσο την αποστροφή του Σωτηρόπουλου, ώστε να καταγραφεί πλήρως στα πρακτικά ο ισχυρισμός «όλοι δεν είναι βουλευτές, αλλά όλοι είναι μέλη της Χρυσής Αυγής».

Η ενιαία στάση της υπεράσπισης των κατηγορουμένων ακόμα και σε επιμέρους ζητήματα ήταν εμφανής και στη χθεσινή συνεδρίαση. Οι ενστάσεις που υποβλήθηκαν ήταν σχεδόν κοινές για όλους και πάντως για τα ηγετικά στελέχη. Οι περισσότεροι υπερασπιστές συντάχτηκαν με την τοποθέτηση του Τάκη Μιχαλόλια, υιοθετώντας τους ισχυρισμούς που διατύπωσε με μικρές κατά περίπτωση παραλλαγές. Το «προβεβλημένο» Παλέρμο (που προϋποθέτει το οικονομικό κίνητρο), διατυπωμένο στο βούλευμα από τον εφέτη κ. Σαλάτα που μειοψήφησε, φάνηκε να αποσύρεται προς το παρόν από την επιχειρηματολογία και κυρίως από το σύνολο των ενστάσεων.

Η χθεσινή διαδικασία συνεχίστηκε με τις ενστάσεις της υπεράσπισης. Οι συνήγοροι της ηγεσίας (και όχι μόνο) συντάχτηκαν με τις ενστάσεις Μιχαλόλια (συν. Μιχαλολιάκου) σχετικά με την ακυρότητα της προδικασίας, την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και την ακυρότητα της κύριας ανάκρισης. Υπήρξαν βέβαια και οι επιμέρους ενστάσεις π.χ. περί ακυρότητας εγγράφων όπως το κλητήριο θέσπισμα (συν. Γερμενή).

Το βάρος ακυρότητας του βουλεύματος δόθηκε στο ζήτημα της απουσίας της πράξης της συγκρότησης της εγκληματικής οργάνωσης, οπότε για μια σειρά κατηγορουμένων δεν προκύπτει, σύμφωνα με τους υπερασπιστές, το πότε ο καθένας από αυτούς εντάχτηκε ως «τέταρτος» στην εγκληματική οργάνωση (που προϋποθέτει συγκρότηση από τουλάχιστον τρία άτομα). Είναι αλήθεια ότι εκτός από τον αδιαμφισβήτητο ιδρυτή Μιχαλολιάκο όλοι οι υπόλοιποι μέσω των συνηγόρων τους «διεκδίκησαν» την όποια συμμετοχή για την 4η θέση και μετά.

Αλλες ενστάσεις αναφέρθηκαν στην ακυρότητα των εντολών της άρσης απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ακόμα και στην περίπτωση της δολοφονίας Φύσσα. Μετά τη σύλληψη Ρουπακιά έγιναν «εκτός νόμου» άρσεις απορρήτου, ισχυρίστηκαν οι συνήγοροι, αποδίδοντας τις εσπευσμένες αυτές εισαγγελικές αποφάσεις στην πίεση των ΜΜΕ. Υποστήριξαν ότι ο ανακριτικός ισχυρισμός που δικαιολόγησε τις εσπευσμένες κινήσεις «λόγω σοβαρών ενδείξεων γίνεται δυσχερής η διερεύνηση της υπόθεσης αν δεν αρθεί το απόρρητο» οδήγησε σε συλλήβδην άρσεις τηλεφωνικού απορρήτου χωρίς συγκεκριμένη αιτιολογία.

Αρκετοί συνήγοροι των μη ηγετικών στελεχών αρνήθηκαν τη συμμετοχή των πελατών τους στη Χρυσή Αυγή όπως ο καταδικασμένος για τη δολοφονία του Λουκμάν, οι επίσης πρωτόδικα καταδικασμένοι Κρητικοί για τους ξυλοδαρμούς μεταναστών αλλά και ο Ε. Μπούκουρας που μίλησε αυτοπροσώπως, λέγοντας ότι «ουδέποτε υπέταξα τη βούλησή μου σε εγκληματική οργάνωση.

Συμμετείχα ως βουλευτής και όχι ως μέλος του κόμματος». Ο ένας εκ των συνηγόρων του Μίχου υποστήριξε ότι: «Ηδη από την ανάκριση είχε αποφασιστεί ότι ο πελάτης μου συμμετείχε στην εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή ενώ ταυτόχρονα ήταν υπό διερεύνηση το αν υπήρχε εγκληματική οργάνωση με δράση στα πλαίσια λειτουργίας της Χρυσής Αυγής».

Η συνήγορος του κατηγορουμένου Μαριά (υπόθεση Αιγύπτιων ψαράδων) ζήτησε πραγματογνωμοσύνη σήμερα (ύστερα από 3 χρόνια) στον τραυματισμένο τότε Αμπουζίντ Εμπάρακ, ώστε να αποδειχτεί αν τα τραύματά του συνιστούν απόπειρα ανθρωποκτονίας. Στο σημείο αυτό φάνηκε να απορεί και η πρόεδρος του δικαστηρίου. Η Κ. Πούλια συνέχισε λέγοντας ότι θέλει να πληροφορηθεί αν ο συγκεκριμένος (το θύμα) είχε άδεια παραμονής όταν έγινε η επίθεση. Ξανά η πρόεδρος λέει: «Γιατί το ρωτάτε αυτό;», ενώ ακούγεται από την πλευρά της Πολιτικής Αγωγής το σχόλιο: «Για να ξέρει αν μπορούσε να τον χτυπήσει». Η συνήγορος όμως συνέχισε και επέμεινε να μάθει αν το θύμα έχει κάνει χρήση της ευεργετικής διάταξης, ώστε να λάβει άδεια παραμονής και ζήτησε μάλιστα να έρθει στο δικαστήριο ο ίδιος ο Αιγύπτιος!

Διά του συνηγόρου του ο πυρηνάρχης Πανταζής ζήτησε πραγματογνωμοσύνη και ακύρωση της πράξης αναγνωρίσεως των φερομένων ως δραστών.

Ο συνήγορος των 3 κατηγορούμενων Κρητικών υπέβαλε και ένσταση εκκρεμοδικίας, διότι στην Κρήτη όπου και καταδικάστηκαν για την επίθεση σε μετανάστες οι πελάτες του κατηγορήθηκαν για σύσταση συμμορίας και όχι για εγκληματική οργάνωση.

Αλλοι συνήγοροι αναφέρθηκαν και σε ακυρότητα μαρτυριών ατόμων που φέρονται να κατέθεσαν ως πρώην μέλη της Χρυσής Αυγής αλλά και ως συγκατηγορούμενοι. Ο ένας συνήγορος του βουλευτή Κούζηλου έκανε ένσταση ακυρότητας, διότι η άρση ασυλίας του πελάτη του από τη Βουλή έγινε για άλλο λόγο από εκείνον που τελικά τον βάρυνε ως κατηγορούμενο. Ο συνήγορος του Λαγού κατονόμασε πρώην κυβερνητικούς παράγοντες ως υπεύθυνους για την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.

Στη συνέχεια και μέχρι να έρθουν στο δικαστήριο συνήγοροι που είχαν καθυστερήσει, η Πολιτική Αγωγή υπέβαλε κοινή δήλωση με αφορμή το περιστατικό της μη καταγραφής της αγόρευσης του Γ. Σωτηρόπουλου για να διατυπώσει το αίτημα ανάκλησης από το δικαστήριο της απόφασής του να μην επιτρέψει τη φωνοληψία και την ύπαρξη πρακτικών. Τονίστηκε, μάλιστα, η αρχική στάση της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής και ειδικά του αρχηγού που ζητούσαν στα ΜΜΕ να υπάρξει πλήρης δημοσιότητα, ώστε να φανεί η πολιτική δίωξη. Μετά προτίμησαν ακόμα και την άρνηση να υπάρχουν πρακτικά.

Τα πρακτικά

Η πολιτική αγωγή τόνισε ότι την εξέλιξη της τεχνολογίας δεν μπορεί να αρνείται να την ενσωματώσει η ελληνική Δικαιοσύνη ειδικά σε μια τόσο ιστορική δίκη, θυμίζοντας ότι καταγραφές έγιναν σε όλες τις προηγούμενες πολυμελείς και μακροχρόνιες και ιστορικές δίκες όπως αυτές της 17Ν και του ΕΛΑ. «Τότε υπήρχαν πλήρη πρακτικά που διευκόλυναν όπως και τώρα θα διευκολύνουν όλους τους παράγοντες και ειδικά όλους τους συνηγόρους».

Επίσης συμπλήρωσαν ότι δεν υπήρξε αιτιολογία από το δικαστήριο για την απόρριψη του αιτήματος που σε τελική ανάλυση θα ήταν ένα κόστος όχι μεγάλο που θα μπορούσε να διαθέσει το υπουργείο Δικαιοσύνης.

Στη συνέχεια τοποθετήθηκε ο συνήγορος (Κούζηλου) Β. Καπερνάρος, ισχυριζόμενος ότι δεν υπάρχουν νέα στοιχεία ώστε να ανακληθεί η απόφαση και δεν μπορεί «ξανά μανά να γυρνάμε στην ανάγκη φωνοληψίας». Τέλος, πριν κλείσει η συνεδρίαση, η πρόεδρος απευθύνθηκε στον συνήγορο υπεράσπισης κ. Κοντοβαζενίτη, που είχε πρώτος υποβάλει ένσταση σε προηγούμενη συνεδρίαση με την οποία ζητούσε παύση της ποινικής δίωξης για την εγκληματική οργάνωση λόγω της μη υιοθέτησης στο βούλευμα της συνθήκης του Παλέρμο.

Η πρόεδρος τον ρώτησε αν θα επιμείνει στην ένσταση για να λάβει την απάντηση ότι τελικά την αποσύρει. Εντύπωση προκάλεσε, ωστόσο, η αναπάντεχη ερώτηση της προέδρου και η εσπευσμένη ανάκληση από τον συνήγορο. Η δίκη συνεχίζεται στις 21/7 με την αγόρευση της εισαγγελέως επί των ενστάσεων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *