Υπόθεση Περίανδρου (απόπειρα δολοφονίας Δημ. Κουσουρή): Άρειος Πάγος 1607/2010 απόφαση

kousouris_periandros(Αναδημοσιεύουμε από την βάση δεδομένων του ΔΣΑ την αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου για την υπόθεση της απόπειρας ανθρωποκτονίας του φοιτητή Δημήτρη Κουσουρή από τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής, υπό τον υπαρχηγό της Αντώνιο “Περίανδρο” Ανδρουτσόπουλο, το 1998. Η απόφαση έχει προσκομιστεί από την πολιτική αγωγή στον φάκελο της δικογραφίας και περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα της επικείμενης δίκης).

Αριθμός 1607/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Βιολέττα Κυτέα – Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με τη με αριθμό 66/5.5.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Α. Α. ή Π. του Α., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 116, 162, 163/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Κ. του Π., που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 9 Απριλίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 108/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η άνω αιτιολογία περιλαμβάνει (και) την αναφορά των αποδεικτικών μέσων? αρκεί η γενική κατά το είδος των έκθεση, χωρίς να απαιτείται να μνημονεύεται ιδιαιτέρως τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, δηλαδή δεν απαιτείται να διευκρινίζεται εκ ποίου ή ποίων, μάρτυρος, εγγράφου κτλ., απεδείχθη η κάθε παραδοχή. Ωστόσο πρέπει να δημιουργείται η βεβαιότης, ήτοι να προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεξετίμησεν όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά εξ αυτών για να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση για τον κατηγορούμενο, όταν δε εξαίρονται ορισμένα εξ αυτών, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ’ όψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται άλλα. Εξ άλλου δια την ύπαρξη της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Επίσης η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ’ όσον οι ισχυρισμοί αυτοί είναι πράγματι αυτοτελείς και δεν είναι αρνητικοί της κατηγορίας τοιούτοι? είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι που προβάλλονται κατά τα άρθρα 170 §2 και 332 §2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο αυτού και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ’ όσον βέβαια προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να τους αξιολογήσει και να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει εδώ. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Ε’ Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διάφορο έννοια εκείνης που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ως αποδειχθέντα, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.. Τέλος κατά το άρθρο 45 Π.Κ. “Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης”. Με τον όρο “από κοινού” νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολομ. Α.Π. 50/1990). Και πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της κατά συναυτουργία τελέσεως, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται η δράση κάθε ενός συναυτουργού (Ολ. Α.Π. ως άνω).

Κατά το άρθρο 299 §1 Π.Κ. “Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη” και §2 “Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης”. Ούτω για την στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενεργείας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου. Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που εχρησιμοποιήθησαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τα οποίας ετελέσθη η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση του δράστου και του θύματος, πρέπει δε κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητος), και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρ’ ότι ο δράστης εθεώρησεν ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου, εν τούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού? βεβαίως απαιτείται προς τούτο να διακριβωθεί ότι ο δράστης ηθέλησε την πράξη του και στην περίπτωση ακόμη που ήθελε επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα που προέβλεψε. Περαιτέρω ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει δύο διαβαθμίσεις, ήτοι υπάρχει ο προμελετημένος (της §1) και ο απρομελέτητος (της §2) όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστου είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δευτέρα απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά την λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως. Δι’ ό και απαιτείται να αιτιολογείται ότι ο δράστης-κατηγορούμενος ευρίσκετο εις ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε μόνο κατά την απόφαση είτε μόνο κατά την εκτέλεση, ή να εκτίθεται προμελέτη η οποία λογικώς αποκλείει την ψυχικήν ορμή. Η ίδια αναφορά απαιτείται να γίνει και όταν πρόκειται για απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρο 42 Π.Κ.). Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 116, 162, 163/2009 απόφασή του με αναφορά κατ’ είδος, εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των ληφθέντων υπ’ όψη του αποδεικτικών μέσων και δη “τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Εφετείου, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αυτού”, το άνω δικαστήριο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα τα εξής πραγματικά περιστατικά:

“Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και από την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1998 λάμβαναν χώρα συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας αδιόριστων καθηγητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για την κατάργηση της επετηρίδας, με βάση την οποία διορίζονταν έως τότε στο δημόσιο, και την θέσπιση για τον σκοπό αυτό διαγωνισμού μέσω του ΑΣΕΠ. Στις εκδηλώσεις αυτές διαμαρτυρίας συμμετείχαν ενεργώς ο πρώτος παθών-πολιτικώς ενάγων Δ. Κ., φοιτητής της Φιλοσοφικής, μέλος του κεντρικού συμβουλίου της ΕΦΕΕ και μέλος, με την ιδιότητα αυτή, της επιτροπής που συντόνιζε τις παραπάνω εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, αλλά και οι δεύτερος και τρίτος παθόντες-πολιτικώς ενάγοντες Ι. Κ., αδιόριστος τότε φιλόλογος καθηγητής, και Η. Φ., φοιτητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ο κατηγορούμενος Α. Α., ηλικίας τότε 32 ετών, ήταν μέλος της οργάνωσης με την επωνυμία “ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ”, και μέλος του πολιτικού της συμβουλίου, γνωστός με το ψευδώνυμο “Π.”, τα μέλη της οποίας οργάνωσης ασπάζονταν την εθνικιστική ιδεολογία. Στις 16-6-1998 είχαν συλληφθεί και επρόκειτο να προσαχθούν στον 12ο Τακτικό Ανακριτή Αθηνών, το γραφείο του οποίου βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτιρίου 9 των δικαστηρίων της πρώην Σχολής Ευελπίδων, προς απολογία, εννέα κατηγορούμενοι για διάφορες αξιόποινες πράξεις, τις οποίες φέρονταν ότι είχαν τελέσει στις 14-6-1998 κατά την διάρκεια συγκέντρωσης και διαμαρτυρίας αδιόριστων καθηγητών έξω από το εξεταστικό κέντρο του ΑΣΕΠ στα Πατήσια, όπου διενεργείτο διαγωνισμός για την πρόσληψη καθηγητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Την ίδια ημέρα (16-6-1998) στο ισόγειο του ίδιου πιο πάνω κτιρίου των δικαστηρίων της πρώην Σχολής Ευελπίδων και στην εκεί ευρισκόμενη αίθουσα του ΣΤ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είχε προσδιοριστεί για να δικαστεί ποινική υπόθεση με κατηγορούμενους έξι μέλη της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ” και συγκεκριμένα τους Δ. Ζ., Κ. Β., Μ. Β., Ι. Π., Χ. Κ. και Α. Θ. για σωματικές βλάβες από πρόθεση σε βάρος τρίτων. Έτσι την ημέρα εκείνη μέσα στο προαναφερόμενο κτίριο και έξω από αυτό, στο προαύλιο, είχαν συγκεντρωθεί, για συμπαράσταση προς τους εκατέρωθεν δικαζομένους, δύο ομάδες υποστηρικτών, μία πολυπληθής 100 περίπου ατόμων, αποτελούμενη κατά το πλείστον από αδιόριστους καθηγητές και φοιτητές, στην οποία πιθανόν να είχαν παρεισφρήσει και άτομα που ασπάζονταν την αναρχική ιδεολογία, προς υποστήριξη των εννέα προσαχθέντων για απολογία στον Ανακριτή και μία ολιγομελής 10-15 το πολύ ατόμων, μελών και οπαδών της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ”, προς υποστήριξη των έξι πιο πάνω ομοϊεδατών τους που ανέμεναν να δικαστούν στην αίθουσα του ΣΤ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Η τυχαία και συμπτωματική αυτή συνάντηση, στον ίδιο χώρο, των δύο πιο πάνω, ιδεολογικά και πολιτικά, αντίπαλων ομάδων, είχε ως αποτέλεσμα την ανταλλαγή μεταξύ των μελών τους, σποραδικά, διαφόρων συνθημάτων άλλοτε σκωπτικού και άλλοτε υβριστικού και απειλητικού περιεχομένου, η επιτόπου παρουσία όμως ισχυρής αστυνομικής δύναμης συνέτεινε ώστε η κατάσταση να παραμένει ελεγχόμενη τουλάχιστον έως και την 16.15 ώρα της ημέρας εκείνης, ότε η μεν δίκη των μελών της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ” στο ΣΤ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών αναβλήθηκε, λόγω τηρήσεως ωραρίου εκ μέρους του γραμματέα της έδρας, οι δε απολογίες των εννέα προσαχθέντων στον 12ο Τακτικό Ανακριτή ολοκληρώθηκαν και αυτοί, με ομόφωνη γνώμη του Ανακριτή και του Εισαγγελέα, αφέθηκαν ελεύθεροι. Την ημέρα εκείνη (16-6-1998) στο χώρο των δικαστηρίων της πρώην Σχολής Ευελπίδων βρίσκονταν τόσο οι παθόντες Δ. Κ., Ι. Κ. και Η. Φ. προς υποστήριξη των εννέα προσαχθέντων ενώπιον του Ανακριτή, όσο και ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ως ηγετικό στέλεχος της εθνικιστικής οργάνωσης “ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ”, ήταν επικεφαλής της ολιγομελούς ομάδας των 10-15 μελών και οπαδών της, που είχαν προσέλθει εκεί για να συμπαρασταθούν στους υπό δίκη ομοϊδεάτες τους. Την παρουσία του στο χώρο των δικαστηρίων της πρώην Σχολής Ευελπίδων την συγκεκριμένη ημέρα επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Με την ταυτόχρονη λήξη, περί ώρα 16.15, των δύο πιο πάνω παράλληλων ποινικών διαδικασιών, οι δύο εκατέρωθεν ομάδες συναντήθηκαν στην έξοδο του κτιρίου 9, όπου εκεί αντηλλάγησαν συνθήματα, όπως “Έθνος-Τιμή-Χρυσή Αυγή” και “ΕΑΜ-Ελλάς-Μελιγαλάς”, από την πλευρά της ομάδας των μελών και των οπαδών της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ”, και “Φασίστες θα πεθάνετε” και “ωραία, ωραία που καίγεται η σημαία”, από την πλευρά της πολυπληθέστερης ομάδας εκείνων που συμπαρίσταντο σε αυτούς που είχαν προσαχθεί ενώπιον του Ανακριτή. Προ της διαγραφόμενης απειλής να προκληθούν περαιτέρω επεισόδια, η επιφορτισμένη με την τήρηση της τάξης αστυνομική δύναμη επέλεξε ως προσφορότερο μέτρο να απομονώσει την ολιγομελή και γι’ αυτό ευχερέστερα ελεγχόμενη ομάδα των μελών και των οπαδών της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ” και να την συνοδεύσει από τον αριστερό διάδρομο του προαυλίου στην κεντρική πύλη των δικαστηρίων χωριστά και σε απόσταση ασφαλείας από την πολυπληθέστερη ομάδα των συμπαρασταθέντων σε εκείνους που είχαν προσαχθεί στον ανακριτή, η οποία οδηγήθηκε προς την κεντρική πύλη από τον απέναντι δεξιό διάδρομο του προαυλίου των δικαστηρίων. Την σκηνή της συνοδείας της ομάδας των μελών και των οπαδών της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ” προς την κεντρική πύλη των δικαστηρίων βιντεοσκόπησαν από απόσταση τα επιτόπου ευρισκόμενα συνεργεία των τηλεοπτικών σταθμών “ΑΝΤΕΝΑ” και “ΣΚΑΪ”, από τις σχετικές δε μαγνητοταινίες, οι οποίες προβλήθηκαν κατ’ επανάληψη την ίδια, αλλά και τις επόμενες ημέρες, στα δελτία ειδήσεων διαφόρων τηλεοπτικών σταθμών, εξήχθησαν και οι υποβληθείσες στην ανάκριση και επισκοπηθείσες σε ακροατήριο του πρωτοβάθμιου, καθώς και του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται ο κατηγορούμενος, φορώντας τζιν παντελόνι και μπεζ μπλούζα, να ηγείται της ομάδας των ομοϊδεατών συντρόφων του, περιστοιχιζόμενης από αστυνομικούς, να χειρονομεί και να φωνάζει, με απειλητικό ύφος, με ένταση και οργή, απευθυνόμενος προς τους εξερχόμενους από την άλλη πλευρά του προαυλίου υποστηρικτές των προσαχθέντων στον ανακριτή. Ο κατηγορούμενος, ερωτηθείς σχετικά, αναγνώρισε τον εαυτό του στις παραπάνω φωτογραφίες. Οι ισχυρισμοί επομένως, του κατηγορουμένου ότι αποχώρησε ησύχως, μαζί με τους άλλους ομοϊδεάτες του, από τον χώρο των δικαστηρίων, ότι δεν είχε λόγους αντιπαράθεσης με τους αδιόριστους καθηγητές, γιατί και ο ίδιος ήταν αδιόριστος καθηγητής φυσικής αγωγής και ανέμενε τον διορισμό του με βάση την επετηρίδα, ότι συμμεριζόταν τον αγώνα των αδιόριστων καθηγητών αν και δεν συμμετείχε σε αυτόν και ότι το κλίμα δεν ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο, δεν είναι αληθείς, διότι διαψεύδονται ευθέως από την εμφάνισή του στις παραπάνω φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζονται και αστυνομικοί, με πλήρη εξάρτηση (κράνη, ασπίδες κ.λ.π.), που συνοδεύουν τον κατηγορούμενο. Τελικά η ομάδα των μελών και των οπαδών της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ” οδηγήθηκε με την συνοδεία της αστυνομικής δύναμης έξω από τον χώρο των δικαστηρίων μέχρι και την διασταύρωση της οδού Ευελπίδων με την οδό Μουστοξύδη και στο σημείο εκείνο, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των συνοδών-αστυνομικών, διαλύθηκε. Παράλληλα εξήλθαν από την κεντρική πύλη των δικαστηρίων, υπό την επιτήρηση των αστυνομικών, και τα μέλη της ομάδας που υποστήριζε τους προσαχθέντες στον Ανακριτή μεταξύ δε αυτών και οι παθόντες Ι. Κ. και Η. Φ., ενώ ο παθών Δ. Κ. είχε αποχωρήσει προηγουμένως, λόγω κάποιας δουλειάς που είχε. Η όλη διαδικασία εκκένωσης των δικαστηρίων ολοκληρώθηκε περί ώρα 16.30-16.40, οπότε φάνηκε ότι η ηρεμία αποκαταστάθηκε και η αστυνομική δύναμη, που επιτηρούσε την τάξη αποχώρησε και αυτή από το χώρο των δικαστηρίων. Περί ώρα 16.50, έξω από τον χώρο των δικαστηρίων, ο εκ των παθόντων Δ. Κ., ο οποίος εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει εκεί, συναντήθηκε με τους άλλους δύο παθόντες Ι. Κ. και Η. Φ., τους οποίους γνώριζε και με τους οποίους μοιραζόταν τις ίδιες πολιτικές πεποιθήσεις, και από κοινού συμφώνησαν να καθίσουν για καφέ σε μία από τις καφετέριες απέναντι από την κεντρική είσοδο των δικαστηρίων στην πλατεία Δεληγιάννη. Έτσι και οι τρεις μαζί πήγαν και κάθησαν στην καφετέρια “ΣΤΕΦΑΝΙ” επί της πιο πάνω πλατείας. Λίγα λεπτά της ώρας 17.00 μετά εισέβαλε στον χώρο της πλατείας Δεληγιάννη, όπου, εκτός από την παρέα των παθόντων, υπήρχαν και άλλες παρέες που κάθονταν σε τραπεζάκια για αναψυχή, μία ομάδα 8 το πολύ 10 ατόμων, προερχόμενη από την οδό Φιλοτίου, κρατώντας στα χέρια τους ξύλινους πασσάλους, τους οποίους είχαν αποσπάσει από παρακείμενα της πλατείας δημοτικά παρτέρια. Η ομάδα αυτή κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου κάθονταν οι παθόντες, ένα δε από τα μέλη της ρώτησε τους άλλους “αν είναι αυτοί” για να λάβει την απάντηση από τον επικεφαλής της ομάδας, ο οποίος και υπέδειξε τους παθόντες λέγοντας “ναι, αυτοί είναι”. Τότε, τα άτομα που αποτελούσαν την παραπάνω ομάδα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παρακαθήμενων, πλησίασε το τραπεζάκι όπου κάθονταν οι παθόντες και χωρίς καμιά πρόκληση από μέρους τους άρχισε να τους κτυπά με τους ξύλινους πασσάλους, με πρωτοφανή αγριότητα, θρασύτητα, μένος και φανατισμό. Από τους παθόντες ο Η. Φ., αφού δέχθηκε δύο-τρία κτυπήματα στο κεφάλι και στο θώρακα, πρόλαβε και κατέφυγε τρέχοντας στο εσωτερικό παρακείμενης καφετέριας, όπου και κρύφτηκε μέχρις ότου έληξε το επεισόδιο. Ο Δ. Κ. δέχθηκε τα περισσότερα και τα σοβαρότερα κτυπήματα στο κεφάλι από όλα τα μέλη της ομάδας, τα οποία εξακολουθούσαν να τον κτυπούν και όταν, αιμόφυρτος, είχε πέσει στο έδαφος. Ο Ι. Κ., αφού δέχθηκε δύο-τρία κτυπήματα, κατάφερε και αυτός να διαφύγει, τρέχοντας προς την οδό Μουστοξύδη, κοιτάζοντας όμως προς στιγμήν προς τα πίσω και βλέποντας ότι ο ξυλοδαρμός του φίλου του Δ. Κ. συνεχιζόταν, γύρισε πίσω, άρπαξε μία πλαστική καρέκλα και την πέταξε προς το μέρος των δραστών για να τους αποσπάσει την προσοχή, φωνάζοντας συγχρόνως “αφήστε το παιδί”. Τότε, ένα από τα μέλη της ομάδας, που εξακολουθούσαν να κτυπούν τον Δ. Κ., γύρισε είδε τον Ι. Κ. και του είπε “τώρα θα σε γαμήσουμε”, συγχρόνως δε και κάποιοι άλλοι από εκείνους που κτυπούσαν τον Δ. Κ. αποσπάστηκαν από τους υπολοίπους, στράφηκαν εναντίον του και άρχισαν να τον καταδιώκουν προς την οδό Ωλένου, προς την οποία κατευθύνθηκε τρέχοντας ο Ι. Κ. στην προσπάθειά του να διαφύγει. Οι δράστες όμως τον πρόλαβαν, τον έριξαν κάτω ανάσκελα και άρχισαν να τον κτυπούν με τους πασσάλους που κρατούσαν, αυτός, δε, αμυνόμενος, πρόλαβε να παρεμβάλει τα χέρια του, να προστατεύσει το πρόσωπό του, με αποτέλεσμα να δεχθεί τα κτυπήματα στα χέρια και να υποστεί κατάγματα σε αυτά. Ήδη όμως είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται κόσμος και έτσι οι δράστες έσπευσαν να εξαφανιστούν. Την προανάκριση για το επεισόδιο ανέλαβε το Α.Τ. Κυψέλης, τα αστυνομικά όργανα όμως που έσπευσαν με περιπολικά στην πλατεία Δεληγιάννη παρέλειψαν να αναζητήσουν αυτόπτες μάρτυρες, παρόλο ότι τέτοιοι υπήρχαν ακόμη εκεί, να καταγράψουν τα στοιχεία τους και να τους προσαγάγουν στο αστυνομικό κατάστημα προκειμένου να καταθέσουν και να περιγράψουν σε ανύποπτο χρόνο τα χαρακτηριστικά των δραστών, παράλειψη η οποία επικρίθηκε από την πολιτική ηγεσία της εποχής εκείνης, τα κόμματα και τον τύπο. Έτσι, η συλλογή των αποδεικτικών μέσων έγινε με την επιμέλεια των παθόντων, των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και του τύπου. Η εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ” στα φύλλα της 19-6-1998, της 24-6-1998 και της 25-6-1998 δημοσίευσε από αρχειακό υλικό πρόσφατες ευμεγέθεις και ευκρινείς φωτογραφίες του κατηγορουμένου. Από τις φωτογραφίες αυτές οι εκ των παθόντων Δ. Κ. και Ι. Κ. αναγνώρισαν τον κατηγορούμενο ως συμμετασχόντα στην ομάδα των δραστών που τους κτύπησαν ενώ κάθονταν στην πλατεία Δεληγιάννη. Ειδικότερα ο Δ. Κ., εξεταζόμενος, το πρώτον στις 30-6-1998, ενόσω νοσηλευόταν ακόμη στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, ανωμοτί ενώπιον της 9ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, αναγνώρισε στις παραπάνω φωτογραφίες του κατηγορουμένου, το μέλος εκείνο της ομάδας των δραστών που, όταν πλησίασε σε απόσταση 3-4- μέτρων από το τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονταν αυτός και οι άλλοι δύο φίλοι του, έδειξε προς το μέρος τους, λέγοντας στα λοιπά μέλη της ομάδας “ναι, αυτοί είναι”. Το ίδιο δε επανέλαβε εξεταζόμενος ανωμοτί και στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου το μέλος εκείνο της ομάδας των δραστών που έκανε την παραπάνω υπόδειξη. Ο Ι. Κ., εξεταζόμενος το πρώτον στις 18-6-1998, δηλαδή πριν από την δημοσίευση στον τύπο των παραπάνω φωτογραφιών του κατηγορουμένου, ενόρκως ενώπιον του Αστυνόμου Β’ Π. Μ., αφού περιέγραψε συνοπτικά το περιστατικό και τους δράστες, δήλωσε πως “αν τους δει θα τους αναγνωρίσει”. Σε μεταγενέστερη, μετά την δημοσίευση στον τύπο των παραπάνω φωτογραφιών του κατηγορουμένου, και λεπτομερέστερη της αρχικής, ανωμοτί εξέτασή του, που έλαβε χώρα στις 20-7-1998 ενώπιον της 9ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, αναγνώρισε στις εν λόγω φωτογραφίες που του επεδείχθησαν τον κατηγορούμενο ως το μέλος εκείνο της ομάδας των δραστών, το οποίο, όταν αυτός πέταξε την πλαστική καρέκλα προς το μέρος τους (δραστών) για να τους αποσπάσει την προσοχή και να σωθεί ο ανηλεώς δερρόμενος Δ. Κ., γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος του και του είπε “τώρα θα σε γαμήσουμε”, ενώ, όπως ο ίδιος στην παραπάνω ανωμοτί εξέτασή του βεβαίωσε, το ίδιο αυτό πρόσωπο το είχε και λίγο πριν, όταν η ομάδα των δραστών πλησίαζε στο τραπέζι τους, εντοπίσει μέσα στην ομάδα από το ξανθό χρώμα των μαλλιών του και το ψυχρό του πρόσωπο, χαρακτηριστικά μάλιστα στην ανωμοτί αυτή εξέτασή του αναφέρει, κατά λέξη, ότι “ήταν η δεύτερη φορά που το βλέμμα μου έπεσε στο ίδιο άτομο”. Όλα τα παραπάνω ο Ι. Κ. τα επανέλαβε εξεταζόμενος ανωμοτί και στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αναγνωρίζοντας, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου το μέλος εκείνο της ομάδας των δραστών που εντυπώθηκε στη μνήμη του για το ξανθό χρώμα των μαλλιών του και, κυρίως, για το ψυχρό, παγερό βλέμμα του, με το οποίο το δικό του βλέμμα διασταυρώθηκε δύο φορές κατά τη διάρκεια του επεισοδίου. Ο τρίτος παθών Η. Φ. ούτε από τις δημοσιευθείσες στον τύπο φωτογραφίες του κατηγορουμένου που του επεδείχθησαν κατά την ενώπιον της 9ης Τακτικής Ανακρίτριας ανωμοτί εξέτασή του, ούτε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου, μπόρεσε να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ως ένα από τα μέλη της ομάδας των δραστών, διότι, όπως ο ίδιος ευθαρσώς πάντοτε δήλωσε, δεν πρόλαβε να συγκρατήσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου των δραστών, ευλόγως δε καθόσον η δική του επαφή μαζί τους ήταν η πλέον χρονικά περιορισμένη σε σύγκριση με εκείνη των άλλων δύο παθόντων, ακριβώς επειδή πρόλαβε και απομακρύνθηκε εγκαίρως από το σημείο του ξυλοδαρμού. Η διαφορά αυτή μεταξύ των καταθέσεων του Η. Φ., αφενός, και εκείνων των Δ. Κ. και Ι. Κ., αφετέρου, επιβεβαιώνει την αξιοπιστία των δύο τελευταίων, διότι, αν αυτές ήταν κατασκευασμένες, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, τότε και ο Η. Φ. θα έσπευδε, συστοιχιζόμενος με τους άλλους δύο παθόντες, να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο στις φωτογραφίες που του επέδειξε η ανακρίτρια αλλά και στο ακροατήριο, πράγμα το οποίο δεν έκανε. Επιπλέον η αξιοπιστία του Ι. Κ. ενισχύεται και από το ότι: α) αυτός είχε την μεγαλύτερη χρονικά επαφή με τους δράστες σε σύγκριση με εκείνη, των άλλων δύο παθόντων και β) ναι μεν αυτός αναγνώρισε τον κατηγορούμενο από τις δημοσιευθείσες στον τύπο φωτογραφίες του, πλην όμως, στις 18-6-1998, προτού αυτές ακόμη δημοσιευθούν, και επομένως σε ανύποπτο χρόνο, είχε με βεβαιότητα ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου Π. Μ. δηλώσει, ότι αν δει τους δράστες θα τους αναγνωρίσει. Η αναγνώριση δε του κατηγορουμένου δεν ήταν δυνατόν να γίνει ευθύς εξαρχής από μόνες τις βιντεοταινίες των τηλεοπτικών συνεργείων, στις οποίες είχε αποτυπωθεί η έξοδος, με την συνοδεία αστυνομικής δύναμης, του κατηγορουμένου και των λοιπών μελών και οπαδών της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ”από τον χώρο των δικαστηρίων της πρώην Σχολής Ευελπίδων και από τις φωτογραφίες που ελήφθησαν από αυτές, γιατί τα χαρακτηριστικά των προσώπων δεν αποτυπώνονταν σε αυτές ευδιάκριτα λόγω της εν κινήσει και εξ αποστάσεως βιντεοσκοπήσεώς τους. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η συμμετοχή του κατηγορουμένου στην ομάδα των δραστών που ξυλοκόπησε τους τρεις παθόντες ενισχύεται και από το στοιχείο της χρονικής και τοπικής συνάφειας μεταξύ της αποχώρησης από το χώρο των δικαστηρίων της ομάδας των μελών και των οπαδών της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ”, επικεφαλής της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, και του ξυλοδαρμού των παθόντων. Το ότι η ομάδα που ξυλοκόπησε τους παθόντες συγκροτήθηκε από μέλη και οπαδούς της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ” που, λίγη ώρα νωρίτερα, είχαν εξέλθει από το χώρο των δικαστηρίων συνοδεία αστυνομικής δύναμης, προκύπτει σαφώς και από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Α. Κ., Χ. Κ. και Ε. Γ., συμφοιτήτριες τότες, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον της 9ης Τακτικής Ανακρίτριας στις 14 και στις 16-7-1998, αλλά και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες στις παραπάνω καταθέσεις τους αναφέρουν ότι, καθήμενες σε διπλανό από εκείνο των παθόντων τραπέζι, είδαν με τα μάτια τους την επίθεση κατά των παθόντων και τον ξυλοδαρμό τους και ότι αμέσως αντελήφθησαν, κυρίως από την σωματική διάπλαση των δραστών, γεροδεμένοι και σωματώδεις και ξανθοί οι περισσότεροι και από τα ρούχα που φορούσαν, ότι επρόκειτο για μέλη και οπαδούς της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ” που το πρωί παρευρίσκονταν στο χώρο των δικαστηρίων, όπου ήταν και εκείνες (μάρτυρες), και που αργότερα είδαν τα άτομα αυτά να εξέρχονται από τον χώρο των δικαστηρίων με την συνοδεία αστυνομικής δύναμης. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι αμέσως μετά την διάλυση της ομάδας των μελών και των οπαδών της “ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ” (επικεφαλής της οποίας ήταν αυτός) στη συμβολή των οδών Ευελπίδων και Μουστοξύδη πήρε ταξί και επέστρεψε στο σπίτι του, δεν είναι αληθής, ενόψει άλλωστε και του ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο (μάρτυρες κυρίως) δεν επιβεβαιώθηκε ο ισχυρισμός του αυτός. Περαιτέρω από τους παθόντες ο Δ. Κ. υπέστη από τα πλήγματα των δραστών, στους οποίους συμμετείχε, κατά τα αποδειχθέντα, και ο κατηγορούμενος, πολλαπλές και βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εκτεταμένο εμπίεσμα δεξιού κροταφικού οστού με υποκείμενο ευμέγεθες οξύ επισκληρίδιο αιμάτωμα, με πιεστικά φαινόμενα επί του εγκεφαλικού παρεγχύματος, συντριπτικό κάταγμα αριστερού μετωπιαίου οστού με συμμετοχή του μετωπιαίου κόλπου και επέκταση στη περιοχή του πρόσθιου, κρανιακού βόθρου, πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου, μικρό οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά κροταφικά, εκτεταμένους μώλωπες και δύο συνοδά θλαστικά τραύματα μαλακών μορίων καθ’ όλο το πάχος του τριχωτού της κεφαλής στη δεξιά βρεγματοϊνιακή χώρα, εκτεταμένο υποδόριο αιμάτωμα και συνοδό εκδορά αριστερής μετωπιαίας χώρας, περιοφθαλμικά αιματώματα άμφω, ιδιαίτερα αριστερά, ρινορραγία, εκδορές και εκχυμώσεις τραχήλου, δεξιού ώμου, δεξιού υποχονδρίου και δεξιού μηρού, εκδορές ραχιαίας επιφανείας άκρων χειρών άμφω, έκπτωση του επιπέδου συνείδησης και σημεία αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης, μεταφέρθηκε σε κώμα στο ΚΑΤ Κηφισιάς και από εκεί, μερίμνη των οικείων του, στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου υπεβλήθη επειγόντως σε λεπτή, εξάωρης διάρκειας, επιτυχή χειρουργική επέμβαση-δεξιά μετωποκροταφοβρεγματική κρανιοτομή-χάρη στην οποία τελικώς διεσώθη από βέβαιο θάνατο, νοσηλευθείς στη συνέχεια για αρκετές ημέρες, αρχικά στην εντατική μονάδα θεραπείας και ακολούθως στην οικεία νευροχειρουργική κλινική του παραπάνω ιατρικού κέντρου. Από το είδος των παραπάνω σωματικών βλαβών, σε συνδυασμό με τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία προκλήθηκαν, δηλαδή με εξαιρετική αγριότητα και σφοδρότητα (βλ. και την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Β. Σ., αστυνομικού το επάγγελμα) από περισσότερους που ενεργούσαν ως ομάδα και με τη χρήση χονδρών ξύλινων πασσάλων, προκύπτει αναμφισβήτητα η πρόθεση των δραστών, επομένως δε και του κατηγορουμένου που ήταν ένας εξ αυτών, να σκοτώσουν τον Δ. Κ., μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΦΕΕ, στον οποίο και επικέντρωσαν την επίθεσή τους, καθόσον τον θεωρούσαν εκ των πρωταιτίων των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας των αδιόριστων καθηγητών και κατ’ εξοχήν “εχθρό” της εθνικιστικής τους ιδεολογίας. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του κατηγορουμένου και των λοιπών συναυτουργών τελικά δεν υλοποιήθηκε για λόγους ανεξάρτητους από την θέλησή τους και συγκεκριμένα, διότι οι δράστες, μετά τα αλλεπάλληλα κτυπήματα που κατάφεραν στο κεφάλι του Δ. Κ. με τους πασσάλους, πίστεψαν ότι τον είχαν σκοτώσει, αλλά και χάρη στην έγκαιρη και επιτυχή ιατρική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε, χωρίς την οποία θα επερχόταν, λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων του, με βεβαιότητα ο θάνατος αυτού. Πλήρως, επομένως, από τα παραπάνω αποδεικνύεται, αφενός μεν ο κοινός, μετά των λοιπών μη αποκαλυφθέντων συναυτουργών, δόλος που κατηγορουμένου να σκοτώσει από κοινού με εκείνους τον παθόντα Δ. Κ., αφετέρου δε η μη ολοκλήρωση του κοινού μετ’ εκείνων ως άνω ανθρωποκτόνου σκοπού του από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συνεπώς οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, καταδίκης του για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του παθόντος Δ. Κ., άλλως για την πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης σε βάρος αυτού, είναι αβάσιμοι κατ’ ουσίαν και πρέπει να απορριφθούν. Από τα παραπάνω δεδομένα έπεται, κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συναυτουργία σε βάρος του Δ. Κ. και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως και πρωτοδίκως. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε επίσης ότι οι παθόντες Ι. Κ. και Η. Φ., υπέστησαν από τα πλήγματα των δραστών, στους οποίους συμμετείχε και ο κατηγορούμενος, ο μεν Ι. Κ. θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής κατά την βρεγματική χώρα χειρουργικώς συρραφέν, θλαστικό τραύμα του βλεννογόνου του δεξιού ημιμορίου του άνω χείλους του στόματος χειρουργικώς συρραφέν, κάταγμα τμήματος του 41ου οδόντος της κάτω γνάθου, εκδορές και εκχυμώσεις κατά την ραχιαία επιφάνεια του σώματος της δεξιάς κνήμης και του δεξιού άνω άκρου και των κατ’ αγκώνα αρθρώσεων, κάταγμα του αυχένος του 5ου μετακαρπίου της δεξιάς χειρός και θλαστικό τραύμα του μικρού δακτύλου της άκρας αριστεράς χειρός. Εκ του κλινικοεργαστηριακού ελέγχου στον οποίο υποβλήθηκε στο νευροχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου ΚΑΤ, όπου προσήλθε στις 16-6-1998, δεν διαπιστώθηκε κάτι παθολογικό και εξήλθε αυθημερόν. Ο δε Η. Φ. υπέστη θλαστικό τραύμα στην περιοχή του μετώπου χειρουργικώς συρραφέν, θλάση μαλακών μορίων στο οπίσθιο τμήμα του κορμού στο ύψος του 5ου μεσοπλεύριου διαστήματος. Δεν είχε απώλεια αισθήσεων, ούτε εστιακή νευρολογική σημειολογία και εξήλθε από το Νοσοκομείο ΚΑΤ αυθημερόν, δηλαδή στις 16-6-1998. Από το είδος και την έκταση των παραπάνω σωματικών βλαβών, αλλά και από τον βαθμό δυνάμεως των πληγμάτων, δημιουργούνται αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το εάν οι δράστες, επομένως δε και ο κατηγορούμενος που ήταν ένας εξ αυτών, είχαν πράγματι την πρόθεση να σκοτώσουν τους παθόντες Ι. Κ. και Η. Φ.. Σίγουρα όμως και δεν υπάρχει στο Δικαστήριο καμμία αμφιβολία γι’ αυτό, ο κατηγορούμενος από κοινού μετά των λοιπών μη εξακριβωθέντων συναυτουργών είχαν σκοπό να προκαλέσουν από κοινού στους εν λόγω παθόντες τις παραπάνω σωματικές βλάβες, οι οποίες, ως εκ του τρόπου της τελέσεώς τους και του ευπαθούς του πληγέντος τμήματος του ανθρώπινου σώματος (κεφάλι), ήταν δυνατόν να προκαλέσουν στους παθόντες Ι. Κ. και Η. Φ. κίνδυνο για την ζωή τους ή βαριά σωματική τους βλάβη, την δυνατότητα δε αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος, όταν, από κοινού ενεργώντας με τους λοιπούς συναυτουργούς, κτυπούσε με τον ξύλινο πάσσαλο στο κεφάλι τους άνω παθόντες. Ενόψει των παραπάνω εκτιθεμένων το Δικαστήριο ομοφώνως κρίνει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, ένοχος, όχι απόπειρας ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συναυτουργία σε βάρος των παθόντων Ι. Κ. και Η. Φ. όπως πρωτοδίκως, αλλά της υπό του άρθρου 309 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 308 του ίδιου Κώδικα, προβλεπομένης και τιμωρουμένης πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή και κατά συναυτουργία σε βάρος των άνω παθόντων κατά τρόπο δυνάμενο να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη αυτών, απορριπτομένου, μετά ταύτα, ως κατ’ ουσίαν αβασίμου του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας σε απλή σωματική βλάβη σε βάρος των εν λόγω παθόντων”. Μετά ταύτα είπε στο διατακτικό της η απόφαση:

“Α) Κηρύσσει αυτόν ομόφωνα ένοχο του ότι στις 16-6-1998 και περί ώρα 5.15′ στην Αθήνα και συγκεκριμένα σε υπαίθριο χώρο του αναψυκτηρίου “STEFANI”, που βρίσκεται επί της οδού Ευελπίδων αριθμός 89, επί της Πλατείας Δεληγιάννη, απέναντι από την κεντρική είσοδο, του Πρωτοδικείου Αθηνών (κτίρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων), από κοινού ενεργών με άλλα εννέα περίπου άτομα, μέλη όπως και ο ίδιος της οργάνωσης “Χρυσή Αυγή”, τα στοιχεία των οποίων δεν εξακριβώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, ήτοι έχοντας αποφασίσει να σκοτώσουν τον Δ. Κ., φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, ο οποίος κατά τον ως άνω χρόνο καθόταν σε κάθισμα του αναψυκτηρίου “STEFANI” επί της Πλατείας Δεληγιάννη, επιτέθηκαν κατ’ αυτού αιφνιδιαστικά με ξύλινα ρόπαλα, που κρατούσαν τόσο ο ίδιος, όσο και οι λοιποί συναυτουργοί και κατάφεραν κατ’ αυτού με τρομακτική βιαιότητα και αγριότητα πολλαπλά χτυπήματα κυρίως στο κεφάλι και σε όλο το σώμα του, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν πολλαπλές και βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εκτεταμένο εμπίεσμα δεξιού κροταφικού οστού με υποκείμενο ευμέγεθες οξύ επισκληρίδιο αιμάτωμα με πιεστικά φαινόμενα επί του εγκεφαλικού παρεγχύματος, συντριπτικό κάταγμα αριστερού μετωπιαίου οστού με συμμετοχή του μετωπιαίου κόλπου και επέκταση στην περιοχή του προσθίου κρανιακού βόθρου, πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου, μικρό οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά κροταφικά, εκτεταμένους μώλωπες και δύο συνοδά θλαστικά τραύματα μαλακών μορίων, καθ’ όλο το πάχος του τριχωτού της κεφαλής στη δεξιά βρεγματοϊνιακή χώρα, εκτεταμένο υποδόριο αιμάτωμα και συνοδό εκδορά αριστερής μετωπιαίας, χώρας, περιοφθαλμικά αιματώματα άμφω, ιδιαίτερα αριστερά, ρινορραγία, εκδορές και εκχυμώσεις τραχήλου, δεξιού ώμου, δεξιού υποχονδρίου και δεξιού μηρού, εκδορές ραχιαίας επιφανείας άκρων χειρών άμφω, έκπτωση του επιπέδου συνείδησης και σημεία αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης, Απέτυχαν όμως και δεν ολοκλήρωσαν τελικά τον ανθρωποκτόνο σκοπό τους από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεώς τους.

Β) Κηρύσσει αυτόν ομόφωνα ένοχο του ότι στις 16-6-1998 και περί ώρα 5,15′ στην Αθήνα και συγκεκριμένα σε υπαίθριο χώρο του αναψυκτηρίου “STEFANI”, που βρίσκεται επί της οδού Ευελπίδων αριθμός 89, επί της Πλατείας Δεληγιάννη, απέναντι από την κεντρική είσοδο του Πρωτοδικείου Αθηνών (κτίρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων), από κοινού ενεργών με άλλα εννέα περίπου άτομα, μέλη όπως και ο ίδιος της οργάνωσης “Χρυσή Αυγή”, τα στοιχεία των οποίων δεν εξακριβώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα 1) επιτέθηκαν στον Ι. Κ., καθηγητή, ο οποίος κατά τον ως άνω χρόνο καθόταν σε κάθισμα του αναψυκτηρίου “STEFANI” επί της Πλατείας Δεληγιάννη, αιφνιδιαστικά με ξύλινα ρόπαλα, που κρατούσαν τόσο ο ίδιος, όσο και οι λοιποί συναυτουργοί και κατάφεραν κατ’ αυτού με βιαιότητα και αγριότητα πολλαπλά χτυπήματα κυρίως στο κεφάλι και σε όλο το σώμα του, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αγκώνος, κάκωση αυχένος, κατάγματα στο δεξί χέρι, εκτεταμένα τραύματα στο αριστερό χέρι, στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στο σώμα του, με τρόπο που μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και 2) επιτέθηκαν στον Η. Φ., φοιτητή, ο οποίος κατά τον ως άνω χρόνο καθόταν σε κάθισμα του αναψυκτηρίου “STEFANI” επί της Πλατείας Δεληγιάννη, αιφνιδιαστικά με ξύλινα ρόπαλα, που κρατούσαν τόσο ο ίδιος, όσο και οι λοιποί συναυτουργοί και κατάφεραν κατ’ αυτού με βιαιότητα και αγριότητα πολλαπλά χτυπήματα κυρίως στο κεφάλι και σε όλο το σώμα του, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν κάκωση κεφαλής, θλαστικό τραύμα μετώπου και οφρύος, μώλωπες και εκχυμώσεις στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στο σώμα του, με τρόπο που μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας.

Απορρίπτει ομόφωνα τους λοιπούς προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του παραπάνω κατηγορουμένου”.

Με αυτά που εδέχθη το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αποπείρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συναυτουργία και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία, για τις οποίες και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1, 27 §1, 299 §1, 42 §1, 309 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ’ όψη, χωρίς ουδέν να εξαιρέσει και χωρίς να απαιτείται να αναφέρει, συγκεκριμένως τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, η δε ιδιαίτερη μνεία ορισμένων δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ’ όψη τα άλλα, τις ακριβείς συνθήκες τελέσεως κατά συναυτουργία των πράξεων της αποπείρας ανθρωποκτονίας εις βάρος του Δ. Κ. και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος των Ι. Κ. και Η. Φ., τον ανθρωποκτόνο σκοπό του αναιρεσείοντος κατά του Δ. Κ. και πώς συνήγαγε η απόφαση αυτόν, ως και τα περιστατικά, βάσει των οποίων έκρινε ότι δεν πρέπει να μετατραπεί η εισαχθείσα κατηγορία της αποπείρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, άλλως σε βαρεία σωματική βλάβη, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά του κινήτρου που οδήγησε τον κατηγορούμενο στην τέλεση της αποπείρας ανθρωποκτονίας, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ενώ αναφέρει τον δόλον για την επικίνδυνη σωματική βλάβη για την οποίαν, άλλωστε έπαυσεν οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Επίσης αναφέρει τα περιστατικά, από τα οποία σαφώς και αναμφιβόλως συνήγαγε την ύπαρξη της ηρέμου ψυχικής καταστάσεως, και καταδηλούται ότι το δικαστήριο εδέχθη αυτήν και δη τον εφοδιασμό του κατηγορουμένου με ξυλίνους πασσάλους, που τους είχε πάρει από παρακείμενα της πλατείας Δεληγιάννη δημοτικά παρτέρια, την αναζήτηση των συγκεκριμένων ατόμων και τις βίαιες ενέργειές του, όταν του υπέδειξαν τους παθόντες στην καφετέρια, ως και την συνέχιση των κτυπημάτων κατά του Δ. Κ., ακόμη και όταν αυτός ήτο αιμόφυρτος στο έδαφος. Εντεύθεν και η διατυπωθείσα κατά τα άνω στην απόφαση προμελέτη αποκλείει την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής και εκ του πράγματος το Εφετείο με σαφήνεια καταφάσκει περί της υπάρξεως της ηρέμου ψυχικής καταστάσεως του αναιρεσείοντος παρά την έλλειψη της σχετικής πανηγυρικής εκφράσεως του νόμου.

Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 299 §1 Π.Κ. και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, τόσο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως όσο και των προσθέτων λόγων αυτής, και εκ του ότι υπάρχει αντίφαση ως προς τον δόλο τελέσεως της ανθρωποκτονίας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εν εκτάσει υποστηριζόμενοι, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ’ ο μέρος δε με αυτούς και υπό την επίκλησή των επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων ως και των κατατεθέντων εκ μέρους των μαρτύρων πραγματικών περιστατικών, τόσο με το κυρίως δικόγραφο της αναιρέσεως (στοιχ. III Β, Γ, Δ) όσο και με το των προσθέτων λόγων, αυτοί οι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσία της υποθέσεως. Κατ’ άρθρα, 375 §3 Κ.Π.Δ. “Σε δίκες που διαρκούν περισσότερο από ένα μήνα ή αφορούν κακούργημα, το κάθε δικαστήριο μπορεί να διατάξει την διακοπή της δίκης μέχρι 30 ημέρες κάθε φορά. Στο χρόνο της διακοπής της δίκης δεν συνυπολογίζονται οι ημέρες κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν συνεδριάζει λόγω αργιών, απεργιών, αποχής ή ανωτέρας βίας”, 402 εδ. α’ Κ.Π.Δ. “Οι διατάξεις των άρθρων 375 και 376 εφαρμόζονται και στη διαδικασία του μικτού ορκωτού δικαστηρίου για κακούργημα” και εδ. β’ “Η διακοπή της δίκης δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τρεις ημέρες”. Η άνω διάταξη του άρθρου 375 §3 Κ.Π.Δ., η οποία αντικατεστάθη με το άρθρο 1 Ν.1952/1991 και αναριθμήθη με το άρθρο 3 αριθμ. 8 Ν.2145/1993 είναι μεταγενεστέρα (νεωτέρα) της (διατυπώσεως) της διατάξεως του άρθρου 402, το οποίον ουδέποτε μετεβλήθη. Δι’ ο και η διάταξη του άρθρου 402 εδάφ. α’ κατισχύει της του αυτού άρθρου εδάφ. β’ και παραπέμπει στην διάταξη του άρθρου 375, συνεπώς και στην §3 αυτού όπως ισχύει σήμερον. Εντεύθεν και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, των προσθέτων λόγων αυτής, ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κατά την (4η) Συνεδρίαση της 5/3/2009 διέκοψε δια την 12/3/2009, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ημερών, καθ’ υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 §1 στοιχ. Η Κ.Π.Δ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς εξέταση, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 §1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση και τους από 9 Απριλίου 2010 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 116, 162 163/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από τη Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, κατόπιν της υπ’ αριθμό 152/2010 πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *