Δημοκρατία, Δικτατορία και Φασισμός (του Θ. Καμπαγιάννη)

Ο Θανάσης Καμπαγιάννης εξηγεί γιατί είναι σημαντικό να διακρίνουμε με ακρίβεια τις μορφές του αστικού κράτους.

(Κείμενο: Θ. Καμπαγιάννης, Σοσιαλισμός Από τα Κάτω, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2013)

Δημοκρατία, Δικτατορία και Φασισμός

40 χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η συζήτηση για τη δημοκρατία είναι σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ.

Αν χρειαζόμασταν κάτι να μας το θυμίσει, η απόφαση της κυβέρνησης να ξανακατεβάσει τα τεθωρακισμένα στη στρατιωτική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Η συμμετοχή τους είχε σταματήσει από το 2010, ως δείγμα νοικοκυρέματος του ελληνικού κράτους απέναντι στη δημοσιονομική σπατάλη. Η επιστροφή των τανκς στους δρόμους της Θεσσαλονίκης το 2013 (από την παρέλαση της οποίας ο Παπούλιας είχε αναγκαστεί το 2011 να αποχωρήσει) είναι γεμάτη πολιτικούς συμβολισμούς: η κυβέρνηση θέλει να “θυμίσει” σε έναν πληθυσμό απείθαρχο και ριζοσπαστικοποιημένο τη δύναμη πυρός που το κράτος διαθέτει, εξάπτοντας ταυτόχρονα τον πατριωτισμό της δεξιάς πολυκατοικίας, μετά τα πλήγματα που δέχτηκε η Χρυσή Αυγή.

Τα αδιέξοδα της ελληνικής κυρίαρχης τάξης την ωθούν να φλερτάρει με σενάρια που για τα δεδομένα του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης μοιάζουν αδιανόητα. Ήδη ο περίφημος δικομματισμός, η εναλλαγή ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας στην κυβέρνηση, που αποτέλεσε την κορωνίδα της πολιτικής σταθερότητας τα τελευταία 40 χρόνια, έχει καταρρεύσει. Στα χρόνια του Μνημονίου γνωρίσαμε ήδη στιγμές “έκτακτης ανάγκης”, με σημαντικότερη τη συγκυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας με το ακροδεξιό ΛάΟΣ του Καρατζαφέρη και πρωθυπουργό έναν τραπεζίτη, τον Παπαδήμο. Αλλά και η τρικομματική συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια νομιμοποίησης της πολιτικής των Μνημονίων με ροζ – αυτή τη φορά – δεκανίκι, λόγω της δραματικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ από το 4% στο 27%. Το σπάσιμο της τρικομματικής δείχνει ότι η ελληνική κυρίαρχη τάξη είναι ακόμα βαθιά στο τούνελ όχι μόνο της οικονομικής κρίσης αλλά και της πολιτικής αποσταθεροποίησης.

Τι γίνεται λοιπόν σ’ αυτές τις περιπτώσεις αδιεξόδων; Οι διάφοροι δημοσιολόγοι έχουν έτοιμη την απάντηση: “στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα”. Σε στιγμές όξυνσης της κρίσης, οι πολίτες καλούνται στις κάλπες να εκλέξουν μια νέα κυβέρνηση. Το κόμμα που θα πάρει τις περισσότερες ψήφους θα αναλάβει την εξουσία. Αυτό είναι το θεσμικό πλαίσιο που καθιέρωσε η Μεταπολίτευση, η περίοδος δηλαδή μετά την πτώση της δικτατορίας, αφου προηγουμένως οι εκλογές ήταν νοθευμένες και ο “Ανώτατος Άρχων” (ο βασιλιάς) μπορούσε να αναθέτει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ακόμα και στον κηπουρό του. Ετούτη η περιγραφή της δημοκρατίας είναι βέβαια καλή για τα εγχειρίδια Αγωγής του Πολίτη, αλλά δεν έχει μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα.

Για να ανέβει ένα κόμμα στην κυβέρνηση με τη μορφή μιας ομαλής “εναλλαγής”, πρέπει να έχει κερδίσει μια ελάχιστη εμπιστοσύνη από πλευράς κυρίαρχης τάξης (της αστικής τάξης αν μιλάμε για τον καπιταλισμό) ότι δεν πρόκειται να θέσει σε κίνδυνο την κυριαρχία της. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, μακράν του να είναι ένα σύστημα όπου “η πλειοφηφία αποφασίζει”, είναι μία μορφή αστικής κυριαρχίας. Χοντρικά, οι μαρξιστές εντόπιζαν άλλες τρεις τέτοιες μορφές: τη δικτατορία, τον φασισμό και τον βοναπαρτισμό. Η ελληνική αστική τάξη έχει παίξει με όλα αυτά τα σενάρια, όταν δε κανένα δεν λειτούργησε εξαπέλυσε εναντίον των από κάτω έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Ας δούμε καθεμία από αυτές τις μορφές αστικής κυριαρχίας χωριστά.

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι η πολιτική μορφή που ταιριάζει καλύτερα στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι ιστορικά η αστική τάξη παραχώρησε πρόθυμα το γενικό εκλογικό δικαίωμα στους υπηκόους της (άντρες και ιδίως γυναίκες), τουναντίον χρειάστηκαν τεράστιοι αγώνες για να καταστεί κάτι τέτοιο εφικτό. Ούτε σημαίνει ότι η αστική τάξη δεν ευημερεί με άλλα πολιτικά καθεστώτα, ίσα ίσα πολλές φορές τής είναι απαραίτητα. Σημαίνει όμως ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία προσφέρει στην αστική τάξη κάποια βασικά πλεονεκτήματα που δεν υπάρχουν σε άλλα πολιτικά συστήματα.

Το βασικότερο πλεονέκτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο η κοινοβουλευτική δημοκρατία οργανώνει τη σχέση των δύο αντιμαχόμενων τάξεων, της αστικής και της εργατικής τάξης, με το κράτος. Η εμφάνιση του αστικού κράτους βασίζεται στη δημιουργία μιας διακριτής πολιτικής σφαίρας στην οποία τα άνισα συλλογικά υποκείμενα του ταξικού ανταγωνισμού (οι καπιταλιστές και οι εργάτες) εμφανίζονται ως εξατομικευμένοι και ισότιμοι “πολίτες” – έχοντας ο καθένας από μία ψήφο.[1] Το αστικό κράτος έτσι εμφανίζεται ως σχετικά αυτόνομο από τις αντιμαχόμενες τάξεις, έστω κι αν η ουσία του έγκειται στη διαιώνιση της κυριαρχίας της αστικής τάξης (ιδιοκτησία της στα μέσα παραγωγής και εξασφάλιση τής δυνατότητάς της να πραγματοποιεί κέρδη).

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία προσφέρει ένα διπλό πλεονέκτημα στην αστική τάξη: αφενός, μέσα από τη διαδικασία εκλογής μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια της κυβέρνησης, δηλ. των πολιτικών προϊσταμένων του κράτους, το νομιμοποιεί στην πλειοψηφία του πληθυσμού, μεταμφιέζοντάς το σε “ουδέτερο κράτος, όλων των πολιτών”. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτή τη νομιμοποίηση είναι η παραχώρηση στοιχειωδών ελευθεριών στις οργανώσεις των από κάτω (ή έστω σε οργανώσεις στις οποίες οι από κάτω μπορούν να δουν το αποτύπωμα των συμφερόντων τους). Για την εργατική τάξη, δύο είναι οι βασικοί τέτοιοι θεσμοί: τα συνδικάτα της και τα πολιτικά της κόμματα, δηλ. η Αριστερά. Η ελεύθερη λειτουργία αυτών των οργανώσεων είναι βασική προϋπόθεση για την απόσπαση της συναίνεσης των εργατών στη λειτουργία της αστικής δημοκρατίας. Και η απόσπαση αυτής της συναίνεσης είναι κρίσιμη για τη νομιμοποίηση της κυριαρχίας της αστικής τάξης, της περίφημης “ομαλότητας” για την οποία τόσο κόπτονται τα αστικά και τα ρεφορμιστικά κόμματα.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο πλεονέκτημα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία για την αστική τάξη. Είναι οι δυνατότητες που έχουν τα διαφορετικά κομμάτια της να επηρεάζουν το κράτος για τα δικά τους συμφέροντα: οργανώνοντας κόμματα (δηλ. οικοδομώντας συμμαχίες με άλλες τάξεις υπό την ηγεμονία της αστικής), ελέγχοντας εφημερίδες και ποδηγετώντας την κοινή γνώμη, εξαγοράζοντας πολιτικούς, και ούτω καθεξής. Όλα αυτά δηλαδή που στην καθημερινή συζήτηση εμφανίζονται ως “παρεκκλίσεις” και “δυσλειτουργίες” της δημοκρατίας, είναι στην πραγματικότητα συστατικά της κανονικής και πετυχημένης λειτουργίας της. Η αστική τάξη μπορεί να εμφανίζεται ως ενιαία στην αντιπαράθεσή της με την εργατική τάξη, στο εσωτερικό της όμως σπαράσσεται από την ύπαρξη διαφορετικών και ανταγωνιζόμενων κεφαλαίων. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ανταποκρίνεται καλύτερα σ’ αυτή την πολλαπλότητα των αστικών συμφερόντων.

Τί γίνεται όμως όταν το δημοκρατικό σύστημα δεν εξασφαλίζει την αστική κυριαρχία ή έστω την θέτει σε κίνδυνο; Η ιστορία είναι αμείλικτη σ’ αυτό το ερώτημα: κάθε φορά που η αστική τάξη ένιωσε να απειλείται η κυριαρχία της, δεν δίστασε να παραβιάσει κατάφωρα τις δημοκρατικές νόρμες που η ίδια είχε θέσει. Δεν χρειάζεται να πάμε στη Χιλή του 1970-1973 και στα 40 χρόνια που κλείνουμε φέτος από το πραξικόπημα Πινοσέτ κατά της κυβέρνησης Αλιέντε. Η ελληνική άρχουσα τάξη επέλεξε τη λύση της αναστολής της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μέσω ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος, αντιμέτωπη με πολύ πιο μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις.

Η δικτατορία…

Η χούντα του 1967 ήταν η απάντηση στο αδιέξοδο της εκλογής ενός κεντρώου κόμματος, της Ένωσης Κέντρου το 1963, και της σύγκρουσής του με τον βασιλιά που κορυφώθηκε με την αποπομπή του Γεωργίου Παπανδρέου το 1965 από τη θέση του πρωθυπουργού. Το πολιτικό σχέδιο της Ένωσης Κέντρου ήταν κάθε άλλο παρά ριζοσπαστικό: αποτελούσε μια εναλλακτική οργάνωση της αστικής κυριαρχίας, εξίσου αντικομμουνιστική με το status quo. Όμως το σχέδιο αυτό ερχόταν σε σύγκρουση με το πολιτικό και στρατιωτικό σύμπλεγμα που κέρδισε τον Εμφύλιο αλλά αρνούταν να εκσυγχρονιστεί οικειοθελώς στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της δεκαετίας του 1960. Η μαζική κινητοποίηση που ακολούθησε την απόλυση Παπανδρέου, τα περίφημα Ιουλιανά, τρομοκράτησε την κυρίαρχη τάξη, η οποία προτίμησε τη σιγουριά του στρατού από την καταφυγή στις κάλπες.

Η δικτατορία είναι, σε σχέση με την κοινοβουλευτική δημοκρατία, ένα καθεστώς “έκτακτης ανάγκης” και ως τέτοιο παρουσιάζει κινδύνους αλλά και ευκαιρίες για την άρχουσα τάξη. Καταρχάς, η υλοποίηση ενός πραξικοπήματος είναι ανοιχτή σε “ατυχήματα”: ας μην ξεχνάμε ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν ουσιαστικά ο καρπός ενός αποτυχημένου στρατιωτικού πραξικοπήματος από τον Στρατηγό Κορνίλοφ τον Αύγουστο του 1917. Στην Ισπανία το 1936, το πραξικόπημα του Φράνκο σήμανε την έναρξη ενός αιματηρού εμφυλίου πολέμου που θα μπορούσε να στοιχίσει στην άρχουσα τάξη την ίδια της την εξουσία. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές τα πραξικοπήματα είναι επιχειρησιακά επιτυχημένα: η στρατιωτική ισχύς ενός κράτους, όταν αυτό αποφασίσει να τη χρησιμοποιήσει, είναι συντριπτική. Ειδικά όταν αυτή συνδυάζεται με μια ηγεσία ενός κινήματος που πιάνεται στον ύπνο, όπως συνέβη με την ηγεσία της Αριστεράς στην Ελλάδα το 1967.

Απαξ και το στρατιωτικό πραξικόπημα πετύχει, η αστική τάξη μπορεί να επιβάλει την κυριαρχία της χωρίς τις συνταγματικές πολυτέλειες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Έτσι, κάθε οργάνωση του κινήματος και της Αριστεράς απαγορεύεται, ο δημοκρατικός χώρος κάθε συλλογικής έκφρασης (συγκέντρωση, διαδήλωση, κλπ) κλείνει, οι ηγέτες των κάθε λογής αντιφρονούντων (ακόμα και των αστικών κομμάτων) συλλαμβάνονται και φυλακίζονται. Η χούντα απάντησε καταλυτικά στην πρόκληση που έθεσαν το 1965 στην κυρίαρχη τάξη το “πεζοδρόμιο” και το εργατικό κίνημα. Η αλματώδης ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού τα χρόνια της δικτατορίας δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την αιματηρή καταστολή της εργατικής τάξης και των οργανώσεών της, συνδικαλιστικών και πολιτικών.

…και η κρίση της

Ωστόσο, μια δικτατορία δεν μπορεί να δώσει μακροπρόθεσμη λύση στο ζήτημα της κυριαρχίας μιας αστικής τάξης. Στο βιβλίο του “Η Κρίση των Δικτατοριών” (που την τελευταία χρονιά ξανασυζητήθηκε αρκετά), ο Νίκος Πουλαντζάς το 1975 είχε προσφέρει πολλές οξυδερκείς παρατηρήσεις γιατί. Έτσι, ενώ όλες οι μερίδες του κεφαλαίου είχαν στηρίξει το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967 ως τη μοναδική λύση σταθεροποίησης, πολύ σύντομα η δικτατορία έγινε “στενός κορσές”, όχι μόνο για τους από κάτω αλλά και για κομμάτια του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το οικοδόμημά της να αρχίσει να τρίζει.

Η χούντα προσπάθησε να απαντήσει προωθώντας μια διαδικασία ελεγχόμενης φιλελευθεροποίησης. Ωστοσο, όπως παρατηρεί ο Πουλαντζάς για τις δικτατορίες, “η ίδια η δομή των καθεστώτων και των μηχανισμών τους δεν επέτρεπε την ελεγχόμενη και απρόσκοπτη λειτουργία της ταξικής εκπροσώπησης”. “Η κατάργηση των διαφόρων πολιτικών οργανώσεων του ίδιου του άρχοντος συγκροτήματος (των πολιτικών κομμάτων), η ακαμψία των μηχανισμών”, σήμαναν “μια καταπληκτική ασυναρτησία… που όχι μόνο απέκλειε κάθε πολιτικό διακανονισμό των αντιθέσεων, αλλά μακροπρόθεσμα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ηγεμονική οργάνωση του αστισμού”. Στις συνθήκες αυτές, “οι λαϊκές μάζες και οι οργανώσεις τους μετέτρεπαν κάθε απόπειρα φιλελευθεροποίησης σε ρωγμή εις βάρος του καθεστώτος”, με άγνωστες συνέπειες για το πόσο βαθιά θα έφταναν αυτές οι “ρωγμές”.[2]

Η ρεφορμιστική Αριστερά και οι διανοούμενοί της απεικονίζουν συνήθως τους αγωνιστές της επαναστατικής Αριστεράς ως ρομαντικούς αιθεροβάμμονες που αδυνατούν να αναλύσουν τη συγκυρία και περιμένουν την επανάσταση σαν από μηχανής θεό. Κι όμως, διαβάζοντας τα κείμενα της επαναστατικής Αριστεράς της εποχής, καταλαβαίνει κανείς ότι η εικόνα αυτή είναι μια καρικατούρα. Οι επαναστάτες είχαν βαθιά συναίσθηση των αντιφάσεων που περιέγραφε ο Πουλαντζάς. Η ανάλυση της Μαμής, της εφημερίδας της ΟΣΕ (της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση), για τα χουντικά αδιέξοδα τον Απρίλη του 1973 αξίζει ιδιαίτερης προσοχής:

“Αδυναμία πρώτη και κύρια: ο ανύπαρκτος ιδεολογικός έλεγχος της χούντας πάνω στην εργατική τάξη… Ο έντονα χωροφυλακίστικος ρόλος που η χούντα δίνει στα συνδικάτα με τους εγκάθετούς της και η απουσία κοινοβουλευτικών διαδικασιών που να αποπροσανατολίζουν πολιτικά το μαζικό κίνημα… κάνουν το χουντικό κρατος ιδιαίτερα μονοκόμματο, ανίκανο να ελιχθεί… Κι αυτό είναι αδυναμία της γιατί πολιτικοποιεί το μαζικό κίνημα, το αφήνει πιο καθαρά να δει ποιός είναι ο εχθρός του… Αδυναμία δεύτερη: η ανικανότητα της χούντας να κινητοποιήσει τα μεσαία αστικά στρώματα σαν πολιτικό στήριγμα για το μονοπωλιακό κεφάλαιο, σαν το σύμμαχο για την πολιτική εξουδετέρωση του εργατικού κινήματος…

Αδυναμία τρίτη: η ανικανότητα της χούντας να εξασφαλίσει σε όλα τα κομμάτια της κυρίαρχης τάξης θεσμοθετημένες επικοινωνίες με το κράτος τους, μορφές συλλογικού αστικού ελέγχου. Από την ίδια τη φύση της και την προέλευσή της η χούντα δεν διαθέτει θεσμούς – γέφυρες με τα διάφορα τμήματα της αστικής τάξης. Αυτό ως ένα σημείο, την εποχή που άρπαξε την εξουσία ήταν και δύναμή της γιατί της έδωσε τη δυνατότητα να δράσει αυτόνομα σε στιγμές κρίσιμες. Όμως μακροπρόθεσμα είναι αδυναμία γιατί οδηγεί στο ανεξέλεγκτο δέσιμο του κράτους με ορισμένα μόνο κομμάτια της κυρίαρχης τάξης κι έτσι οξύνει τις αντιθέσεις μέσα της”.[3]

Αυτό που διαφοροποιούσε την ανάλυση του Πουλαντζά από αυτή της Μαμής ήταν η προοπτική: αφενός η ισχύς του μαζικού κινήματος, την οποία ο Πουλαντζάς υποτιμούσε, και αφετέρου η στρατηγική της Αριστεράς. Έτσι, ο Πουλαντζάς υποστήριζε τη συνεργασία της Αριστεράς με το κομμάτι εκείνο της αστικής τάξης που ευνοούσε τον εκδημοκρατισμό: “οι βασικές αντιστασιακές οργανώσεις, και ιδιαίτερα τα κομμουνιστικά κόμματα, είχαν δίκιο να δεχτούν, όπως όλα δέχτηκαν, μια συμμαχία με την ενδογενή αστική τάξη… με συγκεκριμένο και περιορισμένο στόχο την ανατροπή και μόνο των δικτατοριών; Η απάντηση είναι αναμφισβήτητα καταφατική”.[4] Αντίθετα, η επαναστατική Αριστερά έλεγε “Όχι στα “όχι” των αστών”: “για το μαζικό κίνημα το όχι δεν είναι μια επιλογή ανάμεσα σ’ αυτό ή σ’ εκείνο το θεσμικό πλαίσιο που στήνουν οι αστοί για να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους ούτε ένας διαχωρισμός των αστών σε καλούς και κακούς”.[5] Μια τέτοια γραμμή δεν σήμαινε αδιαφορία για τον δημοκρατικό αγώνα. Σήμαινε ότι “οι εργαζόμενες μάζες δεν περιορίζουν την πάλη τους στην πολιτική επίθεση κατά της χούντας αλλά αντίθετα, επειδή αγωνίζονται για το δικό τους ταξικό περιεχόμενο των αστικών ελευθεριών και όχι για τις αστικές ελευθερίες σαν αυτοσκοπό, συνδέουν αυτή την επίθεση με τον καθημερινό αγώνα τους στον τόπο της δουλειάς τους”.[6]

Η διαφοροποίηση της επαναστατικής Αριστεράς από τη γραμμή των φοιτητικών παρατάξεων των δύο ΚΚΕ (αντι-ΕΦΕΕ και Ρήγας) στην εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν ήταν έτσι μια διαφορά τακτικών εκτιμήσεων, αλλά μια στρατηγική απόκλιση: εκεί που οι ρεφορμιστές αναζητούσαν γέφυρες με τους δημοκράτες αστούς ή ακόμα χειρότερα με τη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, οι επαναστάτες έχτιζαν την αυτοτελή δύναμη του μαζικού κινήματος με απεύθυνση στην εργατική τάξη. Η Χούντα μπορεί να μην έπεσε μετά το Πολυτεχνείο. Αλλά το Πολυτεχνείο και το μαζικό κίνημα της Μεταπολίτευσης καθόρισαν ότι η αστική τάξη έκανε μεγάλες παραχωρήσεις για να σταθεροποιήσει το πολιτικό καθεστώς της και ο στρατός αναγκάστηκε να γυρίσει βαθιά στους στρατώνες (σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, όπως πχ στην Τουρκία).

Αυτός ο συσχετισμός δύναμης είναι μέχρι και σήμερα ενεργός: η απόπειρα μιας δικτατορίας είναι ένα ελάχιστα ελκυστικό σενάριο για την άρχουσα τάξη σήμερα, γιατί οι συνέπειές της μπορεί να είναι μοιραίες. Ο πρώην στρατηγός ΓΕΣ Φράγκος Φραγκούλης μπορεί να προαλείφεται για νέος ηγέτης μιας σκληρής Δεξιάς, αλλά η καριέρα του θα είναι μάλλον ενός πολιτικού, παρά ενός στρατιωτικού ηγέτη. Είναι αυτό το αδιέξοδο μιας απολυταρχικής πολιτικής λύσης στην Ελλάδα του 2013 που εν μέρει άνδρωσε τον κίνδυνο του φασισμού.

Ο φασισμός

Ο φασισμός είναι και αυτός ένα καθεστώς “έκτακτης ανάγκης”, που μοιράζεται αρκετά από τα χαρακτηριστικά της δικτατορίας: η εγκαθίδρυσή του συνεπάγεται την κατάργηση κάθε δημοκρατικού δικαιώματος και την απόλυτη διάλυση κάθε ανεξάρτητης οργάνωσης της εργατικής τάξης. Ωστόσο, ο φασισμός δεν πρέπει να συγχέεται με την ένταση του κρατικού αυταρχισμού, έστω και αν τις περισσότερες φορές εμφανίζεται παράλληλα μ’ αυτή, σε συνθήκες κοινωνικής αποσταθεροποίησης και όξυνσης της καταστολής.

Το διαφοροποιητικό στοιχείο του φασισμού, όπως έχουμε εξηγήσει πολλές φορές σ’ αυτό το περιοδικό, είναι η εμφάνισή του με τη μορφή ενός αντιδραστικού κινήματος ή έστω με τη στόχευση της οικοδόμησής του. Αν και στον πυρήνα των φασιστικών κομμάτων βρίσκονται πολύ συχνά άνθρωποι διασυνδεδεμένοι με τους κρατικούς μηχανισμούς, το πολιτικό τους σχέδιο δεν είναι να καταλάβουν την εξουσία μέσα από το ρόλο τους εντός αυτών των μηχανισμών (όπως στην περίπτωση πραξικοπημάτων των στρατηγών, των συνταγματαρχών, κλπ). Ο φασισμός χρειάζεται να εμφανιστεί ως κίνημα έξω από – και στις αρχικές του φάσεις αντίθετο με – το κράτος. Μόνο με αυτή την αντισυστημική προβιά και μπόλικη αντικαπιταλιστική ρητορική, μπορεί να συσπειρώσει στις γραμμές του κατεστραμμένα μικροαστικά στρώματα και αποπροσανατολισμένα κομμάτια της εργατικής τάξης.

Στόχος των φασιστών είναι να οικοδομήσουν παραστρατιωτικά σώματα που να έχουν ανεξάρτητες επιχειρησιακές δυνατότητες σε σχέση με το κράτος (την αστυνομία, το στρατό, κλπ) και να ελέγξουν σταδιακά τους δρόμους και τις γειτονιές. Είναι η δύναμη αυτών των ταγμάτων εφόδου που δίνει στις φασιστικές ηγεσίες τη διαπραγματευτική ισχύ να παζαρέψουν με την άρχουσα τάξη την παράδοση της εξουσίας για το τσάκισμα του εργατικού κινήματος. Όταν τελικά παίρνει την εξουσία, ο φασισμός αποκαλύπτει τη γνήσια ταξική του φύση, που είναι η πιο αντιδραστική δικτατορία του μεγάλου κεφαλαίου. Ωστόσο, η οικοδόμηση ενός ιδεολογικού, πολιτικού και οργανωτικού κέντρου (του φασιστικού κόμματος) πριν την κατάληψη της εξουσίας κάνει τη φασιστική δικτατορία πιο συμπαγή και επικίνδυνη, αλλά και την αντίσταση των αντιπάλων της αφόρητα πιο δύσκολη. Αυτό είναι και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του φασισμού που ιστορικά τον κατέστησε ικανό για τα πιο φριχτά εγκλήματα της ανθρωπότητας, με μεγαλύτερο το Ολοκαύτωμα.

Είναι εμετικό το γεγονός ότι η ελληνική κυρίαρχη τάξη έπαιξε τόσο ξετσίπωτα το χαρτί του φασισμού. Οι έλληνες αστοί δεν δίστασαν να μετατρέψουν σε “πολιτειακό παράγοντα” τον Λαγό, έναν πορτιέρη, μαστροπό τραμπούκο, αν και οι μυστικές τους υπηρεσίες είχαν από τα τέλη του 2011 τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τον στείλουν φυλακή. Αλλά στα τέλη του 2011 η ελληνική αστική τάξη είχε μάτια για έναν μόνο αντίπαλο: το εργατικό κίνημα που καταλάμβανε τα δημόσια κτίρια, τους διαδηλωτές που σταμάτησαν τη στρατιωτική παρέλαση της Θεσσαλονίκης και βέβαια την Αριστερά. Κι όταν οι Χρυσαυγίτες κατόρθωσαν να περάσουν το κατώφλι της Βουλής, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας συνάντησε τον Φύρερ τους στέλνοντας σε όλον τον κρατικό μηχανισμό το μήνυμα της ανοχής και της συνεργασίας.

Για δεκαπέντε μήνες, από τον Ιούνη του 2012 μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2013, οι φασίστες είχαν την ευκαιρία τους για να χτίσουν το αντιδραστικό κίνημα που θα επέφερε στην Αριστερά το χτύπημα που έδωσε ο Κασιδιάρης σε ζωντανή σύνδεση στην Κανέλλη και τη Δούρου. Όπως εξηγεί ο Πάνος Γκαργκάνας στο άρθρο του σ’ αυτό το περιοδικό, η Χρυσή Αυγή απέτυχε σ’ αυτό της το σχέδιο και κεντρικό ρόλο σ’ αυτή την αποτυχία έπαιξε το μαζικό αντιφασιστικό κίνημα. Με τους φασίστες δεν έχουμε τελειώσει και ο εφησυχασμός είναι ο χειρότερος εχθρός. Αλλά η προφυλάκιση του Μιχαλολιάκου και του Παππά αποτελεί σημείο-καμπή στην απόπειρα των φασιστών να διαδραματίσουν ρόλο στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Καμία ρητορική περί “δύο άκρων” και “καταδίκης της βίας” δεν μπορεί να κρύψει την ήττα που υπέστη ένα από τα πιο ντοπαρισμένα και μαύρα άλογα της άρχουσας τάξης στη μνημονιακή συγκυρία.

Ο βοναπαρτισμός και η αυταρχική στροφή

Τελευταίος στη μαρξιστική τυπολογία των μορφών αστικής κυριαρχίας είναι ο βοναπαρτισμός. Ο Μαρξ, αλλά και άλλοι μαρξιστές (πχ. ο Τρότσκι ή ο Γκράμσι μιλώντας για τον “καισαρισμό”), χρησιμοποιούσαν αυτόν τον όρο για να περιγράψουν καταστάσεις στις οποίες η ένταση της ταξικής πάλης σε μια κοινωνία σημαίνει την εξάντληση των αντιμαχόμενων τάξεων, σε σημείο που ούτε η αστική τάξη να μπορεί να κυβερνήσει όπως παλιά ούτε όμως η εργατική τάξη να μπορεί να καταλάβει την εξουσία. Το αποτέλεσμα είναι ότι το κράτος αυτονομείται και δίνει, μέσω της ανάδυσης μιας ισχυρής πολιτικής προσωπικότητας (ενός Βοναπάρτη), μια λύση στη σύγκρουση που εξασφαλίζει την προσωρινή συνέχιση της αστικής κυριαρχίας, συνοδευόμενη όμως από κάποιες παραχωρήσεις στα λαϊκά στρώματα.

Υπάρχουν αναλυτές που έχουν προτείνει τον όρο του βοναπαρτισμού για να περιγράψουν τη σημερινή συγκυρία.[7] Ωστόσο, το προφανέστερο πρόβλημα μ’ αυτή τη σύλληψη είναι η ανυπαρξία Βοναπάρτη (και ο “βοναπαρτισμός χωρίς Βοναπάρτη” δεν μοιάζει πειστικός). Υπάρχουν άλλες παρεμβάσεις που μιλούν για έναν “κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό” (συνήθως από τον χώρο της αναρχοαυτονομίας και από κομμάτια της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς). Οι θεωρητικοποιήσεις αυτές είναι προβληματικές: υπονοούν ότι δεν ζούμε πια σε μια αστική δημοκρατία, αλλά σε κάποιου είδους δικτατορικό καθεστώς. Ωστόσο μια τέτοια περιγραφή της συγκυρίας είναι λαθεμένη. Η μάχη για τις ελευθερίες και τα δημοκρατικά δικαιώματα δεν έχει χαθεί ακόμα. Κάθε αλλη εκτίμηση σπέρνει σύγχυση και ηττοπάθεια.

Ο όρος “κράτος έκτακτης ανάγκης” (που δεν είναι δικτατορία ή φασισμός, αλλά ούτε και αστική δημοκρατία) έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τον εντεινόμενο αυταρχισμό που ζούμε στην Ελλάδα του Μνημονίου: ένταση της καταστολής, μείωση του ρόλου του Κοινοβουλίου και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου της εκτελεστικής εξουσίας, επιβολή των θελήσεων της Τρόικας, κλπ.[8] Ενώ όψεις αυτής της περιγραφής είναι αδιαμφισβήτητες, αυτή η προβληματική μπορεί να έχει λάθος θεωρητικές απολήξεις: αφενός μπορεί να ωραιοποιήσει την αστική δημοκρατία (που υποτίθεται υπάρχει σε μια “καθαρή” φιλελεύθερη μορφή), αφετέρου μπορεί να οδηγήσει σε μια ρεφορμιστική στρατηγική, ενός επιδιωκόμενου “σταδίου” για την επιστροφή σε μια “κανονική” πρότερη κατάσταση.

Στην πραγματικότητα, είμαστε μάρτυρες της κρίσης της αστικής δημοκρατίας, ως πολιτικής μορφής κυριαρχίας της αστικής τάξης. Το βάθος της οικονομικής κρίσης και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο εκφράστηκε στον ελληνικό καπιταλισμό (κρίση δημόσιου χρέους, αδυναμία κρατικού δανεισμού, καταρράκωση του ΑΕΠ, δανειακές συμβάσεις με ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ κλπ) έχουν σημάνει την αποδόμηση του προηγούμενου πολιτικού συστήματος, χωρίς να υπάρχει έτοιμος αντικαταστάτης. Η ελληνική αστική τάξη, αντιμέτωπη με μια επίμονη αντίσταση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, έκαψε το ένα μετά το άλλο όλα τα πολιτικά/κυβερνητικά χαρτιά της. Δεν έχει τη δυνατότητα προσφυγής στο στρατό χωρίς τεράστιο ρίσκο. Και αποδυνάμωσε σημαντικά το φασιστικό μαντρόσκυλο της Χρυσής Αυγής με την αναγκαστική σύλληψη των ηγετών της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική άρχουσα τάξη θα σταματήσει να δίνει με νύχια και με δόντια τη μάχη για την έξοδο από την κρίση και την πολιτική σταθεροποίηση. Αλλά, όλο και περισσότερο, διαφαίνεται η αναγκαιότητα να κάνει αυτό το οποίο ήθελε λυσσασμένα να αποφυγει: να παραχωρήσει την κυβερνητική εξουσία σε ένα κόμμα που δεν είναι της απόλυτης εμπιστοσύνης της, δηλαδή στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που η αστική τάξη εγκαταλείπει το χαράκωμα της κυβέρνησης σε ένα κόμμα που δεν είναι “δικό της”: η αστική κυριαρχία είναι εξάλλου εξασφαλισμένη από το κράτος της, δηλαδή από τα χαρακώματα και τις οχυρώσεις που στέκουν πολύ βαθύτερα σε σχέση με τα κυβερνητικά γραφεία.

Ωστόσο, το σενάριο αυτό είναι επικίνδυνο. Όχι γιατί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει οποιεσδήποτε εξτρεμιστικές προθέσεις. Αλλά γιατί δεν έχει εξασφαλισμένο τον έλεγχο του κινήματος, με τον τρόπο για παράδειγμα που τον είχε το ΠΑΣΟΚ πίσω στο 1981. Από αυτή την άποψη, τα καθήκοντα της επαναστατικής Αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, 40 χρόνια μετά το Πολυτεχνείο, είναι πιο σημαντικά από ποτέ. Η μητέρα των μαχών βρίσκεται μπροστά μας.

Σημειώσεις

1. βλ. περισσότερα στο άρθρο: “Η δημοκρατία τον καιρό του Μνημονίου”, ΣΑΚ, νο. 91, Μάρτης-Απρίλης 2012.

2. Όλες οι παραπομπές στο: Νίκος Πουλαντζάς, Η κρίση των Δικτατοριών – Πορτογαλία, Ελλάδα, Ισπανία, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2006, σελ. 44-45.

3. “Δεν θα χαρίσουμε τις πολιτικές νίκες του κινήματος στους Καραμανλήδες”, Μαμή, Απρίλης 1973, στο: Οι ρίζες της επαναστατικής Αριστεράς στην Ελλάδα – Επιλογή από τα κείμενα της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση 1972-1974, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2011, σελ. 35-39.

4. Νίκος Πουλαντζάς, ο.π., σελ. 53.

5. Οι ρίζες…, ο.π., σελ. 43.

6. Οι ρίζες…, ο.π., σελ. 18.

7. βλ. για παράδειγμα: Στάθης Κουβελάκης, “Η μεγάλη καμπή”, Δρόμος της Αριστεράς, τ.70, 20/06/2011/

8. βλ. για παράδειγμα: Δημήτρης Μπελαντής, “Θέσεις για το σύγχρονο «κράτος έκτακτης ανάγκης»”, RedNoteBook, 03/02/2012.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.